ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ - Για οποιοδήποτε παράπονο ή σχόλιο μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους zoornalistas στο email: zoornalistasgr@googlemail.com

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2018

Bob Dylan, ρε φίλε, δεν τον ξέρω, τι ειν’ αυτός;

Ήμουν τυχερός. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα σπίτι που από νωρίς υπήρχε πικάπ, ένα στέρεο συγκρότημα Saba.
Πιτσιρικάς, χωνόμουνα με τις πιτζάμες κάτω από μια πολυθρόνα και κρυφάκουγα τις βραδινές μουσικές ακροάσεις της παρέας του πατέρα μου, που έμαθε την καλή μουσική όταν μόνο δεκαεφτά ετών, στο κιμπούτς, μετανάστης από ανάγκη, δούλευε μαθητευόμενος ηλεκτρολόγος.
Είχε για αφεντικό στο γιαπί τον Έρνεστ, έναν φιλόμουσο..
Γερμανοεβραίο μαρξιστή που όσο δούλευαν στην οικοδομή τούς έβαζε να ακούνε μουσική: Μάλερ, Προκόφιεφ, Σοστακόβιτς, Sarah Vaughan, Count Basie, Duke Ellington, και τους διάβαζε. Τους κλασικούς του μαρξισμού, τι άλλο;
Κάπως έτσι, σ' αυτό το σπίτι, έμαθα να αγαπάω τη μουσική. Τέτοιες ιστορίες θα σας λέω κάθε Κυριακή.
Aπό 10 ετών ξεκίνησα να αγοράζω με το χαρτζιλίκι μου τα δικά μου τα σινγκλάκια, δίσκους βινυλίου 45 στροφών. Το «Mr. Bass Man» των Jean & Dean, το «Papa-Oom-Mow-Mow» των Rivingtons. Στο σπίτι ακούγονταν όλα τα καλά. Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Ραχμάνινοφ, Μάλερ και τζαζ. Μετά άρχισε η έκρηξη του ροκ. Θυμάμαι ολοζώντανα, σαν να ήταν χθες, την πρώτη φορά που ακούστηκε στην Ελλάδα κομμάτι των Beatles.

- απόσπασμα από τη στήλη του Ιλάν Σολομών «Μια ζωή Μουσική» που δημοσιεύεται κάθε Κυριακή 
στην Αυγή - διαβάστε την ολόκληρη ΕΔΩ