ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ - Για οποιοδήποτε παράπονο ή σχόλιο μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους zoornalistas στο email: zoornalistasgr@googlemail.com

Τρίτη, 12 Μαΐου 2020

Ο κίνδυνος ως «ευκαιρία» για αναχρονισμό στην εκπαίδευση

Γράφει η Ευγενία Τραγάκη*

Μέσα στον ορυμαγδό της πανδημίας, η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας επέλεξε να καταθέσει προς ψήφιση.. στις 22 Απριλίου σχέδιο νόμου με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις», το οποίο, σύμφωνα με επίσημη δήλωση της ίδιας της κ. Κεραμέως, «διαμορφώνει ένα σύγχρονο, καινοτόμο σχολείο».
Για λόγους μεθοδολογικούς, θα πρέπει να διαχωρίσουμε τη διαδικασία κατάθεσης από το περιεχόμενο του εν λόγω σχεδίου νόμου. Ως προς τη διαδικασία, λοιπόν,..
διαπιστώνουμε ότι το συγκεκριμένο σ/ν εκπονήθηκε χωρίς καμία διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς, χωρίς τον απαραίτητο δημόσιο διάλογο και χωρίς, βέβαια, καμιά απόπειρα εύρεσης «κοινού τόπου» με τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες. Παράλληλα, η επιλογή της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής για την κατάθεση του σ/ν συμπίπτει με την αναστολή του δημοκρατικού δικαιώματος συνάθροισης, δημόσιας συγκέντρωσης και διαμαρτυρίας. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι μιλάμε για τα σχολεία με τα σχολεία κλειστά, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές εγκλωβισμένους στα σπίτια τους, αλλά δυστυχώς και με ελάχιστη έως μηδαμινή προβολή από τα ΜΜΕ, τα οποία έχουν αποσιωπήσει ένα μείζον δημόσιο ζήτημα, εν μέρει δικαιολογημένα, καθώς η επικέντρωση βρίσκεται στα θέματα της δημόσιας υγείας.
Ομως, το σημαντικό με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι το περιεχόμενό του και κατά πόσο αυτό αποτελεί συμβολή στη δημιουργία του «σύγχρονου καινοτόμου σχολείου» που ευαγγελίζεται η κυρία υπουργός. Με μια προσεκτική ανάγνωση, βλέπουμε, λοιπόν, ότι ενώ εντάσσεται πιλοτικά η δημιουργική ενασχόληση των μαθητών με την αγγλική γλώσσα στο Νηπιαγωγείο, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην εισαγωγή της Πρώιμης Παρέμβασης για τον έγκαιρο εντοπισμό και την αντιμετώπιση προβλημάτων λόγου, συμπεριφοράς, επικοινωνίας, καθώς και μαθησιακών δυσκολιών. Η εισαγωγή της, η οποία είναι αντικείμενο λογοθεραπευτών, εργοθεραπευτών κ.λπ., λειτουργεί προληπτικά για την αντιμετώπιση τέτοιου είδους δυσκολιών και αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την ομαλή ένταξη και προσαρμογή των παιδιών στη μαθησιακή διαδικασία.
Επιπλέον, το νομοσχέδιο εισηγείται την αυστηροποίηση και εντατικοποίηση του συστήματος με την αύξηση στο Γυμνάσιο των εξεταζομένων μαθημάτων, την εισαγωγή της Τράπεζας Θεμάτων, αλλά και την αναχρονιστική επαναφορά της «Διαγωγής» στον τίτλο σπουδών. Ως προς την αναφορά στη διαγωγή, η οποία θα συνοδεύει τον νέο άνθρωπο στη μελλοντική του ζωή και σε κάθε προσπάθεια ανεύρεσης εργασίας, θεωρούμε ότι επαναφέρει το σχολείο σε μια λογική αυταρχισμού και έλλειψης ενσυναίσθησης για τις εξαιρετικά αντίξοες ψυχοκοινωνικές συνθήκες που βιώνει μεγάλο ποσοστό των σημερινών εφήβων.
Αλλο κρίσιμο σημείο είναι η μεγάλη έμφαση που δίνεται στην ίδρυση και λειτουργία των Πρότυπων Σχολείων για «την ενίσχυση του προτύπου της αριστείας με την έννοια της διαρκούς αυτο-βελτίωσης των μαθητών». Πέρα από την άποψη που ο καθένας μας έχει για το πολυσυζητημένο θέμα της «αριστείας», προσωπικά αναρωτιέμαι γιατί η ενίσχυση του προτύπου αυτού, καθώς και η διαρκής αυτο-βελτίωση δεν πρέπει να αποτελούν στόχο και ζητούμενο όλων των σχολείων της επικράτειας και όχι μόνο μιας εκλεκτής ελίτ.
Παράλληλα, το σ/ν επανεισάγει την έννοια της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης της σχολικής μονάδας. Προφανώς, οι συντάκτες του διαθέτουν λίγη έως ανύπαρκτη γνώση για την πραγματικότητα του ελληνικού δημόσιου σχολείου και των αντίξοων συνθηκών υπό τις οποίες λειτουργούν στην πλειονότητά τους (σοβαρή έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού, χώρων, υλικοτεχνικής υποδομής, προσβασιμότητας, ακόμη και καθαριότητας). Η απαίτηση για αξιολόγηση έχει έναν και μόνο απώτερο στόχο, δηλαδή το κλείσιμο σχολικών μονάδων, καθώς και τη σταδιακή επαναφορά της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, με πιθανή σύνδεσή της με το μισθολογικό.
Ως προς την εισαγωγή του «εκπαιδευτικού εμπιστοσύνης», αβίαστα μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι όλοι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είναι άξιοι εμπιστοσύνης, δηλαδή να διατηρούν μια ζεστή, ανθρώπινη και παιδευτική σχέση με τους μαθητές τους. Ομως, μια προσεκτικότερη μελέτη του άρθρου καταδεικνύει ότι οι αρμοδιότητες που ανατίθενται στον εκπαιδευτικό εμπιστοσύνης, όπως: διαχείριση κρίσεων, προβλήματα συμπεριφοράς, πρόληψη, συμβουλευτική και ομάδες γονέων κ.λπ., αφορούν στο σύνολό τους πεδία άλλων επιστημονικών ειδικοτήτων. Η μόνη λύση στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων είναι η πρόβλεψη για την ύπαρξη ψυχοκοινωνικής υπηρεσίας σε κάθε σχολική μονάδα ή η επέκταση και ενίσχυση του ρόλου των ΕΔΕΑΥ (Επιτροπές Διαγνωστικής Εκπαιδευτικής Αξιολόγησης και Υποστήριξης).
Σοβαρό ζήτημα αποτελεί και η έμμεση αύξηση του ανώτατου αριθμού μαθητών ανά τμήμα. Ενώ, δηλαδή, μειώνει κατά έναν το μέγιστο αριθμό μαθητών (24), δίνει τη δυνατότητα προσαύξησης κατά 10% και επιπλέον βάζει κατώτατο όριο. Μετά τη συλλογική κοινωνική εμπειρία της πανδημίας, η υιοθέτηση του μέτρου της ουσιαστικής αύξησης των μαθητών δείχνει σημειολογικά μια κοινωνικά ανάλγητη πολιτική στάση.
Τέλος, αξίζει ιδιαίτερη μνεία η εισαγωγή ανώτατου ηλικιακού ορίου εγγραφής μαθητών στα ημερήσια ΕΠΑΛ (17 έτη). Στη σύγχρονη εκπαιδευτική και εργασιακή πραγματικότητα, το υπουργείο Παιδείας θα έπρεπε να δώσει πρωτίστως έμφαση στην αναβάθμιση, την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό της επαγγελματικής εκπαίδευσης στη χώρα. Αντ’ αυτού επιλέγει να κλείσει την πόρτα του σχολείου στα όνειρα πολλών νέων που είτε απέτυχαν στις πανελλήνιες και ψάχνουν για μια νέα ευκαιρία, είτε ενδιαφέρονται να αποκτήσουν μια δεύτερη ειδικότητα στα ΕΠΑΛ. Αναρωτιόμαστε αν η απόφαση αυτή συνδέεται με την πρόθεση ενίσχυσης των μεταλυκειακών σπουδών στα ιδιωτικά ΙΕΚ -για όποιον αντέχει οικονομικά- καθώς τα αντίστοιχα δημόσια είναι πολύ λίγα για να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες κατάρτισης.
Συνολικά, το «πόνημα» του υπουργείου Παιδείας βρίθει προβληματικών σημείων, δημιουργεί παρά λύνει προβλήματα, δείχνει έλλειψη σοβαρής μελέτης και ανάλυσης των εκπαιδευτικών δεδομένων, αλλά πάνω από όλα δίνει το στίγμα μιας αυταρχικής, αναχρονιστικής και ταξικής πολιτικής. Δυστυχώς, αν ήμασταν εκπαιδευτικοί, θα έπρεπε να αφήσουμε την κυρία Κεραμέως ανεξεταστέα!

*Η Ευγενία Τραγάκη είναι Ψυχολόγος, εργαζόμενη στο υπουργείο Παιδείας,
πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής (ΣΕΕΠΕΑ) Αττικής
και το άρθρο της είναι από την Εφημερίδα των Συντακτών (12.5.2020)