ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ - Για οποιοδήποτε παράπονο ή σχόλιο μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους zoornalistas στο email: zoornalistasgr@googlemail.com

Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2020

Το σοφό παιδί κι ο εξυπνάκιας μεσήλικας

Πολλές και ποικίλες αντιδράσεις προκάλεσε το κείμενο του συγγραφέα Χρήστου Χωμενίδη στα ΝΕΑ για τον Θάνο Μικρούτσικο. Ιδιαίτερα το σημείο όπου ο Χωμενίδης αναφέρει:
(...)Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε..
«έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας.(...)
Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελενα Ακρίτα παραθέτοντας το παραπάνω απόσπασμα έγραψε:
Χωρίς λόγια#YouCantMakeThisStufUp
Ενας χρήστης απάντησε στην Ακρίτα και μάλιστα πήρε και αρκετά "like": 
Ωστε τόσο κακό (μας) φάνηκε το σχόλιο του (μη συμπαθούς) Χωμενίδη;
Και δεν διακρίνουμε ίχνος αλήθειας σε αυτό; Μάλιστα μας φαίνεται και πυροβολημένος.. Πως του΄ρθε λέμε με ευκολία. Μάλιστα...
Από την πλευρά της η δημοσιογράφος Ναταλι Χατζηαντωνίου σχολίασε: 
Διάβασα μ ενδιαφέρον το άρθρο του Χρηστου Χωμενιδη και την νεοφιλελεύθερης εκδοχής απόπειρα του να συνδέσει τον Μικρουτσικο με μια γενικευμένη υποκρισία. Ειναι η αποψη του. Μια ενσταση μονο. Πολλοί απ όσους πηγαίναμε στις μουσικές σκηνεές κι ακούγαμε τον Μικρούυτσικο δεν αποκτήσαμε ποτέ τσερόκι Χρήστο μου, ούτε καπνίζαμε πανω- κατω πούρα παφα- πουφα μπας και δεν ειχε επισημάνει κάποιος την παρουσία μας. Και κατι ακόμα. Κρίμα ειναι απο σοφό παιδι να περιορίζεις εαυτόν στον εξυπνάκια μεσηλικα. Αντε και καλη μας χρονιά!
Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο του Χρ. Χωμενίδη στα ΝΕΑ:
Η ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ ΕΣΥ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΣΑΙ
Μεταμορφώνοντας τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία σε τραγούδια ο Θάνος Μικρούτσικος πέτυχε το πιο σημαντικό. Να φωτίσει, να αναδείξει τον στίχο, ενίοτε να ξεκλειδώσει και κρυφά νοήματά του. Να εξοικειώσει προσέτι τους ακροατές με ένα ιδίωμα ναυτικό, γεμάτο άγνωστες λέξεις. Δεν ήταν εύκολο αυτό, κάθε άλλο. Αφότου ξεκίνησαν παρ’ημίν οι μελοποιήσεις, από τα τέλη των 50’ς με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη (το 1926 ο Δημήτρης Μητρόπουλος είχε βάλει μουσική σε δεκατέσσερα ποίηματα του Καβάφη, η εργασία του ωστόσο δεν έφτασε στο πλατύ κοινό), πολλοί συνθέτες αποπειράθηκαν να συνδεθούν με κάποιον ταλαντούχο ποιητή. Κάποιοι είχαν την κατάληξη των πρωτόβγαλτων ταυρομάχων που το θηρίο τούς γκρεμίζει από τη ράχη του και τους ποδοπατάει ανελέητα. Άλλοι -σαν τους κακούς μαγείρους που φλομώνουν τα φαγητά στις σάλτσες- πασάλειψαν τους στίχους με τις νότες τους, τούς κατήντησαν αγνώριστους. Λίγων το αποτέλεσμα στάθηκε ευτυχές. Ανάμεσά τους αναμφίβολα συγκαταλέγεται ο «Σταυρός του Νότου». Και ξαφνικά βρεθήκαμε να τραγουδάμε για το καραντί που θα μάς μπατάρει, για τον πυρετό στους τροπικούς και για του Ρίο τη μαλαφράντζα… Η συγκυρία ήταν απολύτως ευνοϊκή για κάτι τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Ιστορία μας γύριζε σελίδα. Μπαίναμε στην ΕΟΚ (πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ξέφευγαμε -οριστικά έμοιαζε- από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη. Η πατρίδα δεν θα έδιωχνε πλέον τα παιδιά της στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές, δεν θα τους έβγαζε φυλλάδιο για να μπαρκάρουν και να στέλνουν εμβάσματα, με τα οποία θα ζούσε η οικογένεια στο νησί. Είχαμε πιά την ψυχική πολυτέλεια όχι απλώς να συμφιλιωθούμε αλλά και να μυθοποιήσουμε τα τραύματα του παρελθόντος. Να κάνουμε τον πόνο άρπα όπως θα’λεγε ο Καρυωτάκης. Εάν η ναυτοσύνη μας υμνήθηκε όπως τής άξιζε, το ίδιο δεν συνέβη με το έπος τής μετανάστευσης. Εκεί μονάχα «Θείες από το Σικάγο» βλέπαμε και πικραμένες «Νύφες». Ίσως τα επιτεύγματα των ομογενών παραήταν εντυπωσιακά για να τα αποδεχθούν οι απόγονοι εκείνων που είχαν μείνει στα χωριά τους - πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε ότι σχεδόν αποσιωπάται πως εκτός από τον Μάικλ Δουκάκη και η Μαρία Κάλλας και ο Ελία Καζάν και ο Νίκος Γκάλης υπήρξαν Ελληνοαμερικάνοι; Ίσως απλώς να μην έχει έρθει ακόμα η ώρα να γραφτεί, να τραγουδηθεί, να κινηματογραφηθεί η ιστορία του παιδιού που ξεριζώθηκε από τον Μοριά, την Ήπειρο, τη Μικρασία και διέπρεψε στην Αμερική ή στην Αυστραλία… Για να επιστρέψουμε στον Καββαδία και στον Μικρούτσικο, συνέβη το εξής διόλου παράδοξο. Όσο απομακρύνονταν οι Έλληνες από τον γενάρχη τους Οδυσσέα, «τον άντρα τον πολύτροπο», και βούλιαζαν στην τρυφηλή ζωή των διορισμών και των επιδοτήσεων, τόσο μεράκλωναν με τον «Σταυρό του Νότου». Οι σχολές του εμπορικού ναυτικού άδειαζαν από σπουδαστές - «πού να θαλασσοπνίγεται το παιδί; ο βουλευτής μας θα τον βολέψει σε γραφείο με σφραγίδες!». Στις μουσικές όμως σκηνές οι θαμώνες τρέκλιζαν (βοηθούσε και το αλκοόλ) λες κι είχαν μόλις δέσει το καράβι τους. Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας. Μπαίνοντας στο 2020, ευελπιστούμε ότι χάρη στην κρίση οι Έλληνες έχουν απαλλαγεί, σε ένα σημαντικό βαθμό, από τις αυταπάτες τους. Δεν αναζητούν πλέον επαναστάσεις στα όνειρά τους. Δεν πλαισιώνουν κάθε σημαίας τις ιστούς σαν ιδεώδεις -νωθροί στο μυαλό- υποτακτικοί. Έχουν επιτέλους εμπεδώσει τον άλλο στίχο που μελοποίησε ο Μικρούτσικος απ’το θεατρικό «Φουέντε Οβεχούνα»: «Η μοίρα σου εσύ μονάχος είσαι. Στα χέρια κανενός μην την αφήνεις.» Ο Θάνος Μικρούτσικος πέθανε στην αγκαλιά των πιο δικών του, κηδεύτηκε πάνδημα με αγάπη και με θαυμασμό. Τα τραγούδια του μένει να βρουν την αληθινή τους σημασία, το γνήσιο νόημά τους. Να λειτουργούν στο εξής όχι σαν παρηγοριές και σαν φαντασιώσεις. Αλλά ως εγερτήρια.