Για πρώτη φορά στην ιστορία του Δείκτη Παγκόσμιας Ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF), πάνω από τις μισές χώρες του κόσμου κατατάσσονται στις κατηγορίες «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» κατάσταση για την ελευθερία του Τύπου, ενώ για την Ελλάδα η οργάνωση κάνει λόγο για «συστημική κρίση από το 2021».
Όπως σημειώνουν οι RSF ποτέ μέσα τελευταία στα 25 χρόνια που δημοσιεύεται ο εν λόγω δείκτης, η μέση βαθμολογία και των 180 χωρών και περιοχών που συμμετέχουν στην έρευνα, δεν ήταν τόσο χαμηλή. Από το 2001, η επέκταση ενός όλο και πιο περιοριστικού νομικού οπλοστασίου —ιδίως εκείνου που συνδέεται με τις πολιτικές εθνικής ασφάλειας— υπονομεύει σταθερά το δικαίωμα στην ενημέρωση, ακόμη και σε δημοκρατικές χώρες, αναφέρει η οργάνωση.
Η Ελλάδα για ακόμα μια χρονιά βρίσκεται αρκετά χαμηλά στην λίστα καθώς καταλαμβάνει την 86η θέση, συγκεντρώνοντας 55,05 μονάδες, από 55,37 το 2025.Μάλιστα οι RFS αναφέρουν , μεταξύ άλλων, ότι «η ελευθερία του Τύπου αντιμετωπίζει συστημική κρίση από το 2021. Το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών δημοσιογράφων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) δεν έχει ακόμη διαλευκανθεί, όπως και η υπόθεση της δολοφονίας του δημοσιογράφου του Γιώργου Καραϊβάζ το 2021. Οι διαδικασίες SLAPP είναι συνήθεις».
Από τους πέντε δείκτες που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ελευθερίας του Τύπου παγκοσμίως — οι οποίοι καθορίζουν το οικονομικό, νομικό, πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, το περιβάλλον ασφαλείας για τη δημοσιογραφία — ο νομικός δείκτης έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη πτώση φέτος, αναφέρουν οι RSF όσον αφορά την κατάσταση της Ελευθερίας του Τύπου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η Νορβηγία κατέχει την πρώτη θέση για δέκατη συνεχόμενη χρονιά, ενώ η Ερυθραία έρχεται τελευταία για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν κατά επτά θέσεις.
Η Συρία μετά την πτώση Άσαντ έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη βελτίωση στην ελευθερία του Τύπου από όλες τις χώρες και τα εδάφη στον Δείκτη του 2026, ανεβαίνοντας 36 θέσεις στην κατάταξη.
«Αν και οι επιθέσεις κατά του δικαιώματος στην ενημέρωση είναι ποικίλες και σύνθετες, οι δράστες τους ενεργούν πλέον ανοιχτά. Τα αυταρχικά καθεστώτα, οι συνένοχες ή ανίκανες πολιτικές δυνάμεις, οι κερδοσκοπικοί οικονομικοί παράγοντες και οι ανεπαρκώς ρυθμιζόμενες διαδικτυακές πλατφόρμες φέρουν την άμεση και συντριπτική ευθύνη για την παγκόσμια υποβάθμιση της ελευθερίας του Τύπου. Σε αυτό το πλαίσιο, η αδράνεια αποτελεί μια μορφή συναίνεσης. Δεν αρκεί πλέον η απλή διατύπωση αρχών — τα αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία των δημοσιογράφων είναι απαραίτητα και πρέπει να θεωρηθούν καταλύτης αλλαγής.
Αυτό ξεκινά με τον τερματισμό της ποινικοποίησης της δημοσιογραφίας: την κατάχρηση των νόμων περί εθνικής ασφάλειας, τα SLAPPs και τη συστηματική παρεμπόδιση όσων ερευνούν, αποκαλύπτουν και κατονομάζουν. Οι τρέχοντες μηχανισμοί προστασίας δεν είναι αρκετά ισχυροί· το διεθνές δίκαιο υπονομεύεται και η ατιμωρησία είναι διαδεδομένη. Χρειαζόμαστε σταθερές εγγυήσεις και ουσιαστικές κυρώσεις. Η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο των δημοκρατιών και των πολιτών τους. Εναπόκειται σε αυτούς να σταθούν εμπόδιο σε όσους επιδιώκουν να φιμώσουν τον Τύπο. Η εξάπλωση του αυταρχισμού δεν είναι αναπόφευκτη» αναφέρει σε δήλωσή της η διευθύντρια σύνταξης των RSF, Ανν Μποκαντέ.
🔴#RSFIndex2026 | La Norvège occupe la première place pour la 10e année consécutive, suivie des Pays-Bas, puis de l'Estonie (3e).
— RSF (@RSF_inter) April 30, 2026
Regardez notre vidéo pour en savoir plus : https://t.co/K0cIeMe2jr
Αναλυτικά για την Ελλάδα αναφέρονται τα εξής:
Μιντιακό τοπίο
Η εμπιστοσύνη του πληθυσμού στα μέσα ενημέρωσης συγκαταλέγεται εδώ και πολλά χρόνια στις χαμηλότερες στην Ευρώπη. Λίγοι μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι συνυπάρχουν με εκατοντάδες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες, γεγονός που συμβάλλει σε έντονο κατακερματισμό του μιντιακού τοπίου. Παράλληλα, λίγοι επιχειρηματίες ελέγχουν την πλειονότητα των μέσων, ενώ δραστηριοποιούνται και σε άλλους αυστηρά ρυθμιζόμενους επιχειρηματικούς τομείς. Ορισμένοι διατηρούν στενούς δεσμούς με την πολιτική ελίτ της χώρας. Ως αποτέλεσμα, ο Τύπος εμφανίζει έντονη πόλωση.
Πολιτικό πλαίσιο
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είναι αρμόδιος για την εποπτεία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης, κάτι που θέτει σε κίνδυνο τη συντακτική τους ανεξαρτησία. Η ρυθμιστική αρχή ραδιοτηλεόρασης, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, κατηγορείται για βραδύτητα και αναποτελεσματικότητα και δεν έχει αναμορφωθεί ουσιαστικά ούτε από την τρέχουσα ούτε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, που υπάγεται στον πρωθυπουργό, ενεπλάκη στην παρακολούθηση δημοσιογράφων, πολλοί από τους οποίους αποτέλεσαν στόχο του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Νομικό πλαίσιο
Παρά τις συνταγματικές εγγυήσεις, η ελευθερία του Τύπου έχει δεχθεί προκλήσεις σε νομοθετικό επίπεδο. Νέοι νόμοι που ψηφίστηκαν από το Κοινοβούλιο μετά το σκάνδαλο υποκλοπών -γνωστό ως Predatorgate- αποσκοπούν στην καλύτερη προστασία των πολιτών από αυθαίρετες παρακολουθήσεις, αλλά υπολείπονται των ευρωπαϊκών προτύπων, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο απάλλαξε την ΕΥΠ από εμπλοκή στο σκάνδαλο. Νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ οδήγησε στη δημιουργία μιας αμφιλεγόμενης επιτροπής δεοντολογίας, ενώ δημοσιογράφος καταδικάστηκε βάσει του ποινικού κώδικα για διασπορά ψευδών ειδήσεων χωρίς σαφή αποδεικτικά στοιχεία. Τροπολογία που ψηφίστηκε το 2023 αυξάνει τον κίνδυνο φυλάκισης δημοσιογράφων για δυσφήμηση.
Οικονομικό πλαίσιο
Η οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας, σε συνδυασμό με τη μείωση της αναγνωσιμότητας και των διαφημιστικών εσόδων, θέτει υπό αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα πολλών μέσων ενημέρωσης. Ο αντίκτυπος της νέας νομοθεσίας που στοχεύει στην αύξηση της διαφάνειας στην ιδιοκτησία και χρηματοδότηση των μέσων παραμένει αβέβαιος.
Κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο
Οι εγκαταστάσεις ορισμένων μέσων ενημέρωσης δέχονται τακτικά επιθέσεις από ακτιβιστές, οι οποίοι τα θεωρούν ιδεολογικούς αντιπάλους. Επιπλέον, οι γυναίκες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συχνά σεξισμό στον χώρο εργασίας.
Ασφάλεια
Η αστυνομία καταφεύγει συχνά σε βία και αυθαίρετες απαγορεύσεις, εμποδίζοντας τη δημοσιογραφική κάλυψη διαδηλώσεων και της προσφυγικής κρίσης στα ελληνικά νησιά. Δημοσιογράφοι έχουν πέσει θύματα σωματικών επιθέσεων σε αθλητικές διοργανώσεις και έξω από τα σπίτια τους. Η δολοφονία του έμπειρου αστυνομικού ρεπόρτερ Γιώργος Καραϊβάζ, που εκτελέστηκε μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι του στην Αθήνα το 2021, παραμένει ανεξιχνίαστη, καθώς δύο ύποπτοι αθωώθηκαν το 2024. Το περιορισμένο εύρος δράσης μιας ομάδας εργασίας για την προστασία των δημοσιογράφων δεν της επιτρέπει να αντιμετωπίσει τη συστημική κρίση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα.
