Κάθε αλλαγή του χρόνου συνοδεύεται από ευχές, φωτισμένα δέντρα και υποσχέσεις για «μια καλύτερη χρονιά». Κάπου εκεί, όμως, παρεισφρέουν οι αριθμοί. Και οι αριθμοί –όταν αφορούν τα παιδιά– δεν λένε ποτέ ψέματα. Οι εκθέσεις της UNICEF και άλλων διεθνών οργανισμών αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που δύσκολα χωρά στο γιορτινό σκηνικό: εκατοντάδες εκατομμύρια παιδιά γεννιούνται και μεγαλώνουν με τη φτώχεια δεμένη στα πόδια τους σαν μπάλα κανονιού.
Ένα στα τρία παιδιά στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι καχεκτικό. Πάνω από 500 εκατομμύρια παιδιά προσπαθούν να επιβιώσουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Και κάθε μέρα, 15.000 παιδιά κάτω των πέντε ετών χάνουν τη ζωή τους από αιτίες που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί. Οι αριθμοί αυτοί είναι τόσο τεράστιοι που συχνά λειτουργούν σαν κάτι μακρινό, σχεδόν εξωπραγματικό. Κι αυτό ακριβώς τους καθιστά επικίνδυνους: μας επιτρέπουν να συνηθίζουμε το κακό.
Σαν να μην έφτανε αυτό, η πανδημία COVID-19 πρόσθεσε μια «σιωπηλή» τραγωδία. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Lancet δείχνει ότι περίπου 1,5 εκατομμύριο παιδιά παγκοσμίως έχασαν γονέα ή βασικό φροντιστή. Η πανδημία μπορεί να υποχώρησε· η ορφάνια όμως όχι. Πίσω από κάθε στατιστική υπάρχει ένα παιδί που δεν πρόλαβε να αποχαιρετήσει, που προσπαθεί να καταλάβει μια απώλεια δυσανάλογη της ηλικίας του.
Χρόνια χαμένης αθωότητας: όταν η παιδική ηλικία γεννιέται δεμένη με μια μπάλα κανονιού
Η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται. Ο 21ος αιώνας θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνες τις περιόδους όπου ο αμύθητος πλούτος συνυπήρχε με την ακραία ένδεια. Την ώρα που δισεκατομμύρια άνθρωποι βυθίζονταν στην ανασφάλεια λόγω πανδημίας, οι λίστες των δισεκατομμυριούχων μεγάλωναν. Ένας κόσμος δύο ταχυτήτων, όπου η ευημερία των αριθμών δεν συναντά ποτέ την ευημερία των ανθρώπων.
Και στην Ελλάδα; Η εικόνα παρουσιάζεται συχνά καθησυχαστική. Κι όμως, περισσότερα από 500.000 παιδιά ζουν σε συνθήκες φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Παιδική εργασία, αδήλωτη απασχόληση ανηλίκων, σχολική διαρροή λόγω οικονομικής πίεσης παραμένουν υπαρκτές, έστω κι αν σπάνια αποτυπώνονται με ειλικρίνεια. Ό,τι «απαγορεύεται» διά νόμου, συχνά απλώς εξαφανίζεται από τους πίνακες – όχι από τη ζωή.
Μέσα σε αυτό το τοπίο ανισοτήτων, η φιλανθρωπία προβάλλεται ως λύση. Τηλεοπτικά σόου, γκαλά, συγκινητικές εικόνες, ιδιαίτερα τις «άγιες μέρες». Προσφέρουν ανακούφιση στη συνείδηση, όχι όμως απάντηση στο πρόβλημα. Η φιλανθρωπία μαλακώνει τον πόνο, αλλά δεν τον εξαλείφει. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις κοινωνικές πολιτικές ούτε ένα κοινωνικό κράτος που υποχωρεί.
Έτσι, η ευθύνη μεταφέρεται αθόρυβα από το συλλογικό στο ατομικό. Η φτώχεια παρουσιάζεται ως ατυχία, όχι ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών. Όμως δεν πρόκειται για φυσικό φαινόμενο. Η παιδική φτώχεια είναι πολιτική επιλογή. Είναι το αποτέλεσμα της ανοχής στις ανισότητες και της αποδοχής ενός μοντέλου όπου ο πλούτος συσσωρεύεται, ενώ η ανασφάλεια διαχέεται.
Υπάρχουν, τελικά, δύο κόσμοι που συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται: ο κόσμος της αφθονίας και ο κόσμος της επιβίωσης. Και όσο τους αντιμετωπίζουμε σαν κάτι «φυσιολογικό», ο δεύτερος θα μεγαλώνει. Η κοινωνία που συνηθίζει την αδικία κινδυνεύει να της μοιάσει.
Ίσως γι' αυτό αξίζει να θυμόμαστε ότι η παιδική ηλικία δεν χρειάζεται ελεημοσύνη, αλλά δικαιοσύνη. Όχι ευχές μιας χρήσης, αλλά πολιτικές που να εξασφαλίζουν ότι κανένα παιδί δεν θα ξεκινά τη ζωή του δεμένο με μια μπάλα κανονιού. Γιατί τα χρόνια της αθωότητας, όταν χαθούν, δεν επιστρέφουν.
Χρήστος Κάτσικας
Eφημερίδα των Συντακτών
