Σας έχω πει και σας έχω γράψει εκατό φορές ότι επιστρέφουμε τάχιστα στην Ελλάδα της δεκαετίας του εβδομήντα. Στην Ελλάδα που ήταν νόμος ο χωροφύλακας (“φοροσκύλακας», σύμφωνα με τη δημιουργική φαντασία της ανιψιάς μου της Αρετής!), στην Ελλάδα που δεν συμπλήρωνες σχεδόν ποτέ ένσημα για σύνταξη κι άμα την έβγαζες ήσουν πλέον ερείπιο της ζωής, στην Ελλάδα που παρακάλαγες να μην μπεις στο νοσοκομείο γιατί έπαιζε πολύ να ‘βγαινες με τα πόδια μπροστά, τι να σας πω ειδυλλιακό ήταν το τοπίο, μόνο ο Σάρουμαν έλειπε για να συμπληρωνόταν το καρέ.
Εδώ που τα λέμε, βέβαια, δεν είχαμε Σάρουμαν αλλά είχαμε Σόλωνα.
Σόλωνα Γκίκα…
Τι σέβεντιζ, τι τουέντιζ με δυο λόγια και θα το σταμάταγα εδώ το σημερινό κομμάτι, πλην όμως περιμένοντας προχτές να περάσει η ώρα για να πάω στο φίλο μου τον Χαρούλη να δούμε το ντέρμπι (αιώνια πιστός, γιου νόου!), διάβαζα τα “Λόγια που καίνε”.
Tα βιβλία, δηλαδή, όπου συγκεντρώθηκαν τα χρονογραφήματα στην “Αυγή” του μέγιστου Βάρναλη και συγκεκριμένα τον τρίτο τόμο, για την περίοδο 1953-1957.
Πάμε μια βόλτα στις σελίδες του, ν’ ανιχνεύσουμε τις ομορφιές της εποχής:
“Πως το ‘λεγεν ο βάρβαρος εκείνος ποιητής; «Όλο και ψηλότερα». Το ‘λεγε στους ανθρώπους. Αλλ’ η κυβέρνηση το ‘πε στα φασόλια, στη ζάχαρη, στον μπακαλιάρο. Κι όλα υψώσανε κεφαλήν. Και δεν καταδέχονται να πατούνε στη γης. Όλα τούτα μπήκανε στο Λίμπρο ντ’ Όρο των ειδών πρώτης ανάγκης. Κι εκεί συναντηθήκανε με τη λαχανίδα της Κατοχής”.
(03.05.1955)
“- Τι συμβαίνει;
– Κάτι που δεν θα το έβαζε ο νους σου. Στη Σάμο «την παρελθούσαν Δευτέραν (4 του Απρίλη) εγένετο σχετική εορτή δια το μέχρι τούδε συντελεσθέν έργο του ΝΑΤΟ…
– Ποιο έργον; Τον… πόλεμο;
– Μη βιάζεσαι να θυμώσεις. Εγώ σου διαβάζω το σημείωμα της σαμιώτικης εφημερίδα όχι για να θυμώσεις παρά για να ευχαριστηθείς. «Την 7ην μ.μ. εγένετο σχετική ομιλία του νομάρχου Σάμου κ. Ιωάννου εις την αίθουσαν τελετών του Δήμου. Παρετηρήθη όμως το εξής:
Ενώ οι ιερείς έπρεπε να αναπέμψουν δέησιν υπέρ της ευοδώσεως του έργου του ΝΑΤΟ…
– Του πολέμου…
– «…ούτοι μη κατατοπισθέντες καλώς εκ μέρους των αρμοδίων ή πάντως παρεξηγήσαντες την τελετήν, ετέλεσαν επιμνημόσυνον δέησιν ψάλλοντες:
‘Μετά πνεύματος δικαίων τετελειωμένων’ και ‘Αιωνία η μνήμη’, υπό την θυμηδίαν πάντων των παρεστώτων…».”
(14.4.1955)
“- Βρήκε τρόπο όμως τον τρόπο η κυβέρνηση.
– Ποια κυβέρνηση;
– Της Ελλάδας.
– Μπά! Υπάρχει τέτοιο πράγμα; Και τρόπο βρήκε;
– Δεν γράφει τους αριθμούς. Τους… σβήνει από τον κατάλογο. Και έτσι η συμφορά του έθνους μεταμορφώνεται σ’ ευημερία!…
Άλλωστε απλώνει μπροστά σου μέγαρα, λιμουζίνες, κέντρα πολυτελείας, τράπεζες, καμινάδες και παναμαϊκές σημαίες…
Ποιανού είναι όλα τούτα;
Δικά σου και δικά μου…”
(11.03.1955)
Κι ένα τελευταίο, από το χρονογράφημα της 27ης Οκτωβρίου του 1954:
“Τρία πράγματα χαλάσανε το παρελθόν του έθνους, όπως το λέει το ακόλουθο παλαιό δίστιχο:
«Τρία πράγματα χαλάσασι την Ρωμανίαν όλην:
ο φθόνος, η φιλαργυρία και η κενή ελπίδα!»
Κι όλα αυτά εξακολουθούνε να χαλάνε την «Ρωμανίαν όλην».
Όλα… «υποσκάπτουσι τα θέμεθλα», όχι του κράτους αλλά του λαού».”
Αμφιβάλλει άραγε κανείς ή καμιά, ότι εκτός απ’ τα σέβεντιζ επιστρέφουν στην Ελλαδάρα και τα φίφτιζ;
Με τις υγείες σας…
Χρήστος Ξανθάκης
Voices / Newpost
