Δέκα χρόνια πέρασαν από τον θάνατο του Γιάννη Καλαϊτζή και, όπως συμβαίνει μ’ αυτές τις τόσο χαρισματικές προσωπικότητες που επηρεάζουν τους συνομιλητές και την ατμόσφαιρα γύρω τους, ακόμα και ερήμην τους, μοιάζει να μην πέρασε μια μέρα και μοιάζει σαν να πέρασε ένας αιώνας.
Σαν και χθες ήταν ανάμεσά μας, εμπνευστής και βασικός συμμέτοχος στο μοναδικό εγχείρημα της έντυπης αυτοδιάθεσης. Ομως στον πυκνό πολιτικό και κοινωνικό χρόνο της τελευταίας δεκαετίας ο Καλαϊτζής με το σκίτσο του, εκπρόσωπος της ουσιαστικής αντισυστημικότητας, μιας μετωπικής κόντρας με οποιαδήποτε μορφή εξουσίας επιχειρεί να επιβληθεί με αθέμιτα μέσα και της ελευθεριότητας μιας ολόκληρης εποχής προτού να ολισθήσει ο κόσμος μας στον νεο-συντηρητισμό, είναι σαν να πέρασε ήδη σ’ ένα πολύ μακρινό παρελθόν. Γι’ αυτό το αφιέρωμα σ’ εκείνον δεν είναι μόνον η χρεία της μνήμης αλλά και η απόλυτη ανάγκη της υπενθύμισης -στα καθ’ υμάς και στα καθ’ ημάς- όσων ήταν και όσων κόμιζε ο ευφυής αυτός δημιουργός.
Προσωπικά δεν τον πρόλαβα στην «Εφ.Συν.» και γι’ αυτή την περίοδο γράφουν στις επόμενες σελίδες καθ’ ύλην «αρμόδιοι». Τον θυμάμαι όμως στην «Ελευθεροτυπία», βαρύ, λακωνικό αλλά όχι απρόσιτο. Αντίθετα, τρυφερό στον νέο συνάδελφο που του απηύθυνε τον λόγο με δέος. Τον θυμάμαι στο «Γιάντες» να γεμίζει τα τραπεζομάντιλα με σχέδια μιας πυρετώδους δημιουργικότητας που δεν έπαιρνε αναβολή - εκείνος κι ο Ακριθάκης είχαν αυτό το συνήθειο. Θυμάμαι επίσης τον αστείο, έξυπνο και ειλικρινή τρόπο που ζήτησε κάποτε μια μικρή αύξηση από τον Κίτσο Τεγόπουλο, επισημαίνοντάς του σε ένα ιδιόχειρο, κατεξοχήν «καλαϊτζικό» σημείωμα ότι για να ολοκληρώσει το καθημερινό του σκίτσο πίνει, ως γνωστόν, 2-3 ποτηράκια ουίσκι και «το ουίσκι τελευταία ακρίβυνε πολύ, Κίτσο μου» (παρεμπιπτόντως πήρε την αύξηση). Τον θυμάμαι στις θυελλώδεις συνελεύσεις της «Ελευθεροτυπίας» και των απεργιακών φύλλων.
Τον θυμάμαι και ως αναγνώστρια της «Εφ.Συν.», υπέροχα παράφορο, απέραντα ταλαντούχο και τολμηρό, να μην ανακόπτει τη μοναδικά «αιρετική» -«προσβλητική» μόνον για τους μικρόμυαλους ή τους συντηρητικούς- έμπνευσή του ούτε όταν το ιστορικό του σκίτσο για τον Σόιμπλε προκάλεσε μικρά εγκεφαλικά σ’ ένα ποσοστό της καθημαγμένης ελληνικής κοινωνίας που θεωρούσε ότι ο υποκριτικός καθωσπρεπισμός και η εθελοδουλία ενδείκνυνται απέναντι στον ισχυρό. Ο Καλαϊτζής έφυγε όταν αυτή η κοινωνία δεν σήκωνε πια την πένα και το πνεύμα του. Αλλά ακόμα κι αν δεν είχε υπάρξει στη δημοσιογραφική μας ζωή, ακριβώς τώρα είναι η εποχή που θα έπρεπε να τον επανεφεύρουμε στον Τύπο και στην καθημερινότητά μας.
Ναταλί Χατζηαντωνίου
Εφημερίδα των Συντακτών
