Το σοκ που προκάλεσαν σε αρκετούς οι πρόσφατες εθνικιστικές και αντιδραστικές θέσεις της Μαρίας Καρυστιανού συνδέεται με την εδραιωμένη πεποίθηση των δυτικών κοινωνιών ότι τα θύματα μιας μεγάλης τραγωδίας φέρουν ένα είδος αυθεντίας και ηθικής ανωτερότητας. Στα μέσα του 20ού αιώνα αυτή η αντίληψη αποτελούσε ένα τεράστιο βήμα της ανθρωπότητας, η οποία κάλυπτε τις πληγές της από δύο παγκόσμιους πολέμους. Σήμερα μετατρέπεται σε ένα επικίνδυνο εργαλείο του φιλελευθερισμού.
«Να μπορείς να επικαλείσαι την αυθεντία για αυτά που έκανες στον κόσμο και όχι για αυτά που σου έκανε ο κόσμος». Η φράση ίσως να θυμίζει παραποιημένη ατάκα του Τζον Κένεντι ή το μήνυμα που σου έτυχε στο μπισκοτάκι κάποιου κινέζικου εστιατορίου, αποτελεί όμως ένα από τα σημαντικότερα θέματα που αναπτύσσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Σούζαν Νάιμαν στο βιβλίο της «Η Αριστερά δεν είναι woke» (εκδόσεις Επίκεντρο). Σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι πρέπει να στηρίξουμε τη woke ατζέντα και την πολιτική ταυτοτήτων (identity politics) μόνο και μόνο επειδή δέχονται λυσσαλέα και χυδαία επίθεση από την Ακροδεξιά, η Νάιμαν αποφασίζει να τις αποδομήσει από τα αριστερά με αναφορές που ξεκινούν από τον Μαρξ για να φτάσουν στον μεγάλο διανοητή Φραντζ Φανόν.
Στον πυρήνα της woke κοσμοθεωρίας, εκτός από την εμμονή σε θέματα που αντί να ενώνουν χωρίζουν τους ανθρώπους με βάση τη φυλή και το φύλο, η συγγραφέας συναντά και τη σύγχρονη έννοια της θυματοποίησης (victimhood) που, όπως εξηγεί, έχει ιστορία μικρότερη του ενός αιώνα. «Η πολιτική της ταυτότητας», εξηγεί η Νάιμαν, «ενσαρκώνει μια σημαντική αλλαγή που συντελέστηκε στα μέσα του 20ού αιώνα: το υποκείμενο της ιστορίας δεν ήταν πλέον ο ήρωας αλλά το θύμα». Ο κόσμος δεν ήθελε να ακούει για πολεμικά ανδραγαθήματα αλλά να κοιτάξει στα μάτια τα θύματα αυτών των ανδραγαθημάτων. Προφανώς αυτή η μετάβαση, στην οποία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τα εκατομμύρια νεκρών των δύο παγκόσμιων πολέμων, αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα. Η δυνατότητα του πρώην σκλάβου ή του επιζώντος μιας γενοκτονίας να διηγηθεί τη δική του εκδοχή της ιστορίας δημιουργούσε τις συνθήκες για την απονομή δικαιοσύνης ή τουλάχιστον για την καταγραφή της πραγματικής ιστορίας. Φέρνοντας το θύμα στο επίκεντρο της αφήγησης, η ανθρωπότητα έδειχνε επιτέλους να απαντά στα ρητορικά ερωτήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο Φίλιππος της Ισπανίας έκλαψε όταν η αρμάδα του βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;»
Η θυματοποίηση ως προνόμιο
Ισως στο πιο τολμηρό παράδειγμα του βιβλίου της, η Νάιμαν διηγείται την ιστορία του Αυστριακού φιλοσόφου και συγγραφέα του Ολοκαυτώματος Ζαν Αμέρι, ο οποίος συνελήφθη και βασανίστηκε από την Γκεστάπο για την αντιστασιακή του δράση πριν οδηγηθεί στα στρατόπεδα εξόντωσης του Αουσβιτς και του Μπέργκεν Μπέλζεν. «Δεν γίναμε σοφότεροι στο Αουσβιτς», θα γράψει ο Αμέρι, «αν με τον όρο σοφία εννοούμε τη θετική κατανόηση του κόσμου... δεν γίναμε καλύτεροι, πιο άνθρωποι, πιο ανθρώπινοι και πιο ώριμοι ηθικά». O Αμέρι όπως και η Νάιμαν επιστρέφουν στα λόγια του Φραντζ Φανόν για να δηλώσουν ότι «Δεν είμαι σκλάβος της Σκλαβιάς που εξανδραπόδισε τους προγόνους μου… Βρίσκομαι σε αυτό τον κόσμο και αναγνωρίζω ότι έχω μόνο ένα δικαίωμα: να απαιτήσω ανθρώπινη αντιμετώπιση από τον άλλο».
Η καταπίεση δεν είναι φροντιστήριο
Σε τελική ανάλυση θαυμάζουμε τον Νέλσον Μαντέλα για τους λόγους για τους οποίους μπήκε στη φυλακή (την ένοπλη πάλη του) και όχι απλώς γιατί βρέθηκε εκεί. Στις ΗΠΑ τιμούν τον Φρέντερικ Ντάγκλας όχι γιατί έζησε σαν σκλάβος αλλά γιατί απέδρασε από τα αφεντικά του για να ηγηθεί του κινήματος για τα δικαιώματα των σκλάβων του 19ου αιώνα. Ο σεβασμός μας για τα θύματα της Χιροσίμα, της Δρέσδης, του Αουσβιτς ή της Γάζας είναι δεδομένος, αλλά δεν τους προσφέρει πιστοποιητικά αρετής και γνώσης.
info-war.gr / ΕφΣυν
