Την ερχόμενη Τρίτη κυκλοφορεί στις ΗΠΑ μια σειρά 16 γραμματοσήμων με εικόνες και τοπία από τον διαπολιτειακό δρόμο που ένωνε το κέντρο του Σικάγου με τη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, διασχίζοντας οριζόντια, από τα ανατολικά προς τα δυτικά, οκτώ πολιτείες.
Είναι –ήταν– ο Route 66, ίσως ο πιο διάσημος αυτοκινητόδρομος στον πλανήτη. Το αμερικανικό ταχυδρομείο τιμά τα 100 χρόνια από την επίσημη ονοματοδοσία της χερσαίας οδού που μετέφερε τα όνειρα των εσωτερικών μεταναστών για μια καλύτερη ζωή, μέσω μιας διαδρομής 3.940 χιλιομέτρων. Αίμα και δάκρυα προπολεμικά, αγώνας για προσωπική και οικογενειακή επιβίωση μεταπολεμικά, παρακμή του Route 66 στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν τον σάρωσε το δίκτυο των μεγάλων highways και τον έκανε καρτ ποστάλ.
Τα νέα γραμματόσημα όμως είναι τόσο μικρά που δεν χωράνε μεγάλους καημούς. Με άλλα λόγια, μακριά από τη μιζέρια. Ταξίδι ίσον χαρά σε μια γωνιά της χώρας των ευκαιριών, στη δική σου Αμερική. Το λέει και το πασίγνωστο τραγούδι του λευκού Μπόμπι Τρουπ «(Get your kicks on) Route 66». «Ολα όσα σε συναρπάζουν, βρες τα σε αυτόν τον δρόμο». Το πρωτοτραγούδησε ο μέγας Nat King Cole το 1946, αν και στα προσωπικά μου γούστα δένει καλύτερα με την blues/punk διασκευή των Βρετανών Dr Feelgood στα seventies.
Σαν βγεις στον Route 66 για την εξιδανίκευση, τα πάντα είναι πολύχρωμα σαν πινακίδες με λάμπες neon. Τη μέρα αστράφτουν τα μοτέλ, τα drive through εστιατόρια, τα βενζινάδικα με τις παλιομοδίτικες ελλειψοειδείς πινακίδες στερεωμένες ψηλά ψηλά. Οι νύχτες είναι πολλά υποσχόμενες, με πάθη κινηματογραφικά ή τουλάχιστον τηλεταινίας στην οποία καταλήγεις μετά από άκαρπο ζάπινγκ.
Τα 16 γραμματόσημα δεν απεικονίζουν ούτε έναν άνθρωπο, δεν υπονοούν την παραμικρή ανθρώπινη ιστορία. Είναι απλά όμορφες εικόνες, μικρό κλάσμα από όσες αιχμαλώτισε σε δεκάδες ταξίδια ο φωτογράφος Ντέιβιντ Σουόρτς, εμμονικός με τον περιβόητο δρόμο. Σκηνικό, όχι παράσταση. Εικόνα σε επιφάνεια εργασίας στην οθόνη υπολογιστή, όχι ζωή με τις αντιφάσεις της. Πάνω απ’ όλα: ένα στιλβωμένο τεκμήριο του great american nation.
Τα έχει αναλύσει διεξοδικά αυτά ο ιστορικός Μπένεντικτ Αντερσον στο εμβληματικό του δοκίμιο «Φαντασιακές Κοινότητες – στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού» (1983, ελληνική μετάφραση 1997, Εκδ. Νεφέλη). Συγκολλητική ουσία και «αλεύρι που φουσκώνει μόνο του» για κάθε εθνογένεση είναι ο Τύπος, τα μίντια, η χαρτογράφηση, η εκπαίδευση, οι φωτογραφίες, τα μουσεία, τα επαναλαμβανόμενα επίσημα αφηγήματα με μισές αλήθειες κ.λπ. Από κοντά ακολουθεί η συμβολοποίηση των μνημείων. Κάπως έτσι, ένα κατεξοχήν οθωμανικό κτίσμα του 15ου αιώνα, ο Λευκός Πύργος, έγινε σήμα-κατατεθέν της ελλαδικής Θεσσαλονίκης.
Φιλοτελισμός στην υπηρεσία εθνικών αφηγημάτων λοιπόν. Αφού όμως η Αμερική έχει χίλια πρόσωπα, ας διαλέξουμε τα σκαμμένα πρόσωπα των απόκληρων της Μεγάλης Υφεσης. Των «Okies» της δεκαετίας του ’30, των φτωχών μεταναστών από την Οκλαχόμα. Τους απαθανάτισε ο πεζογράφος Τζον Στάινμπεκ στα «Σταφύλια της οργής» (1939), ρακένδυτους, με χωράφια κατεστραμμένα από τα στοιχεία της φύσης και την απληστία των άλλων, καταχρεωμένους, να φιδοσέρνονται στον δρόμο-μάνα («mother road») με τα σαραβαλιασμένα αμάξια και φορτηγά τους. Τρακάρουν στην τελευταία στροφή, εκεί που η Γη της Επαγγελίας γίνεται επίγεια κόλαση.
Γιώργος Ι. Αλλαμανής
Eφημερίδα των Συντακτών
