Όταν ήμουνα πιτσιρίκι, δεν είχαμε ερκοντίσιο.
Ούτε καν ανεμιστήρες δεν είχαμε στο ελληνικό ντιπ σάουθ, τη δυτική Θεσσαλία της δεκαετίας του εξήντα.
Γκαντάμιτ, ούτε καν ψυγείο, μόνο εκείνο το περιβόητο “φανάρι”, που ήταν κάτι σαν κομοδίνο, με δύο θέσεις, στη μία που είχε σίτα έμπαιναν τα τρόφιμα που κάπως έπρεπε να συντηρηθούν και στην άλλη την κλειστή ένα μεγάλο κομμάτι πάγος που το προμηθευόσουν από το παγοπωλείο της γειτονιάς.
Πλακωνόμασταν με τον αδερφό μου ποιος θα πάει να το φέρει το τεμάχιο, μπας και δροσιστούμε κάπως στη διαδρομή, μπας και ξεφύγουμε κάπως από το αδιανόητο φρυγάνισμα του κάμπου.
Και πραγματικά παίζαμε μπουνίδια για το ποιος θα πρωτόπινε το κρύο το νερό που προέκυπτε από το λιώσιμο της παγοκολώνας.
Είχε ένα βρυσάκι στη μούρη το “φανάρι” και έπρεπε να υπολογίσεις με ακρίβεια τη στιγμή που θα συμπληρωνόταν μισό έστω ποτήρι νερό για να σε ξαλαφρώσει.
Εκτός κι αν στο είχε κλέψει λίγο πιο πριν το αδέρφι…
Τέλος πάντων, το συγκεκριμένο πρόβλημα το λύσαμε όταν στο τέλος των σίξτιζ έφτασε στο σπίτι το ψυγείο Kelvinator (πραγματικά αθάνατο, μέχρι πέρυσι δούλευε!) και από κρύο νερό κουτσοβολευτήκαμε.
Αλλά τι να τραγουδήσει το κρύο το νερό μπροστά στα παγωτά;
Μπροστά στην απόλυτη ευτυχία του θέρους, που μας έκανε να γκαλιουρίζουμε (μιλάω τρικαλινά τώρα!) πλάι στα ψυγεία των περιπτέρων και να αναστενάζουμε τύπου Καζαντζίδης όταν δεν μας έφτανε το κάτι παραπάνω από πενιχρό χαρτζιλίκι (όχι δεν περνάγαμε μπέικα επί χούντας, όσο κι αν προσπαθούν να σας πείσουν για το αντίθετο κάποια πεφωτισμένα πλάσματα!) για να απολαύσουμε το τεμάχιο της ημέρας.
Ναι, δεν έπεφτε κάθε μέρα δραχμούλα για το ξυλάκι κρέμα, το παγωτό ήταν πολυτέλεια και οι γονείς έπρεπε να κάνουν τα κουμάντα τους, προτεραιότητα είχε να τρώμε σαν άνθρωποι και να μην πεινάσουμε όπως είχαν πεινάσει οι ίδιοι, όχι να ξεφτιλίζουμε την ΕΒΓΑ.
Και να μην μιλήσω καν για το ξυλάκι κακάο, για το ξυλάκι σοκολάτα, για το κυπελάκι και για την πραγματική τρέλα με κορδέλα, τον πύραυλο που του δίναμε και καταλάβαινε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, που στο δγιάλο να τις βρεις τις δυόμιση δραχμές που κόστιζε, με μισθούς τρεις κι εξήντα για το μπαμπά και τη μαμά;
Τα πτυχία τους μαράνανε, φιλόλογος εκείνος, νομικός εκείνη, ευτυχώς αλλάξανε τα πράγματα και στην Ελλάδα 2.0, το καμάρι της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, μπορείς με δυο μισθά πτυχιούχων ΑΕΙ να το τιγκάρεις στο παγωτό το πιτσιρίκι, να ξεχάσει ακόμη και τα καταραμένα τα σόσιαλ που στενοχωρούν την κυβέρνησή μας και την αναγκάζουν να εξαντλεί την αυστηρότητά της.
Ή μήπως όχι;
Όπως μαθαίνουμε από σχετικό ρεπορτάζ του Open που έκανε το γύρο του διαδικτύου, οι αυξήσεις στις τιμές των παγωτών ενόψει θερινής σαιζόν «προβλέπονται πολύ υψηλές και ιδιαίτερα “τσιμπημένες”».
Σύμφωνα με το κανάλι «η τιμή του παγωτού αναμένεται να είναι ιδιαιτέρως “αλμυρή” και η κατάσταση φαίνεται πως θα επιδεινωθεί αν το ενεργειακό κόστος συνεχίσει να ανεβαίνει και οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται διαρκώς».
Να το σπάσω σε πενηνταράκια και σε νουμεράκια;
Να το σπάσω σε πενηνταράκια και σε νουμεράκια, σημειώνοντας ότι σύμφωνα με τη Eurostat ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα για τον περασμένο Απρίλιο ήταν 4,1 %, πράγμα που σημαίνει ότι θα πάει ακόμη πιο πάνω καθότι συνεχίζεται η τραμπαρίφα του Ντόναλντ στη Μέση Ανατολή.
Και τι θα περικόψουν οι γονείς, για να μην πάθουν σκορβούτο και λοιπές διατροφικές ασθένειες τα βλαστάρια τους;
Τα φρούτα, τα λαχανικά ή τα παγωτά;
Νομίζω ότι ακούω από τώρα το θρήνο των νηπίων, που θα πλαντάξουν στο κλάμα για την απώλεια του καλοκαιρινού Παραδείσου…
Χρήστος Ξανθάκης
Voices / Newpost
