Επειδή έχω πάει.
Επειδή στο θέμα έχω ντοκτορά από τότε που παραιτήθηκα από τα Νέα όταν λογόκριναν το κείμενο μου που αποκαθιστούσε στο ακέραιο την αλήθεια την πάσα.
Επειδή ο Τσίπρας τους πήρε και τις σωβρακοφανελες στα δικαστήρια.
Να πω τούτο.
Το καλοκαίρι που ο Αλέξης Τσίπρας μου πρότεινε να μπω στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, ο Γιώργος κι εγώ είχαμε πάει ένα βράδυ να φάμε στο σπίτι τους.
Μιλάμε για μια μεγαλοπρεπή έπαυλη στο Σουνιο που ντρέπεσαι να μπεις γιατί το πάτωμα είναι επενδυμένο με φύλλα χρυσού.Κι επειδή λέμε και καμιά μ@λακία να περνάει η ώρα, θυμάσαι τη διαφήμιση «έχω πάει»;
Εκεί μας υποδέχτηκε το αναρίθμητο υπηρετικό προσωπικό, ενώ ο μπάτλερ μάς οδήγησε στη σάλα του χορού που σέρνονταν τα στριφώματα των κυριών με τις μακριές τουαλέτες.
Άστραφταν σου λέει τα διαμάντια, τα ζαφείρια και τα μαλάματα κάτω απ’ το φως των κρυστάλλινων πολυέλαιων, με την ψυχή στο στομα τα φέρανε κρυσταλλάκι κρυσταλλακι από τη Βοημία.
Ε, έχω πάει.
Το σπίτι είναι ένα κανονικό σπίτι. Συνηθισμένο. Ούτε μικρό ούτε μεγάλο, ούτε όμορφο ούτε άσχημο. Αδιάφορο αρχιτεκτονικά σαν αυτά που έχτιζαν παλιά οι εργολάβοι για να μην πληρώσουν αρχιτέκτονα οι ιδιοκτήτες.
Ένα σαλονάκι υποκοριστικό τελείως και λογικά κάποιες κρεβατοκάμαρες γις να κοιμούνται τέσσερις νοματαίοι, μαμά, μπαμπάς, δυο παιδιά, μπόνους ο σκύλος.
Παρήγγειλαν από την ταβέρνα δίπλα φαγητά νοστιμότατα, οικιακή βοηθός δεν υπηρχε, η Μπετυ κι ο Αλέξης μας σέρβιραν κι έκαναν όλο το πηγαινελα στην κουζίνα. Φάγαμε, ήπιαμε, φύγαμε, μια χαρά περάσαμε.
Εν κατακλείδι.
Το σπίτι είναι βαρετό. Κοντά στη θάλασσα, αλλά βαρετό.
Έχει όμως ένα προσόν: δεν είναι ξέπλυμα, δεν είναι ύποπτο.
Και κυρίως δεν είναι αδιευκρίνιστο.
