"Πρωτογνώρισα την Πάρο έφηβος, το 1974. Ήταν ίδια με την Πάρο όπου φωτογραφίζονταν ο Εμπειρίκος και ο Ελύτης μετά τον πόλεμο.
Θαμπώθηκα από τη λευκή θηλυκή ομορφιά της. Ενα λευκό θαύμα, το αντίκριζα έως και τα τέλη του '80. Και προερχόμουν από τα κάλλη της Μυκόνου και τη Σύρου, των δύο πατρίδων.
Requiem για την Υλήεσσα Πάρο, Νύμφη του Αιγαίου
Προοίμιο για όλο το Αρχιπέλαγος», αναφέρει στο fb ο Νίκος Ξυδάκης.
Η γη καίγεται πρώτα από την ξέφρενη αποίκιση, και στο τέλος η φωτιά αποτελειώνει γεωλογία που άντεξε εκατομμύρια χρόνια.
Ο Παριανός περιβαλοντολόγος Θοδωρής Παντελαίος το αναλύει στο fb με ανατριχιαστική επιστημοσύνη:
"Η διπλή κατάρρευση ενός νησιωτικού οικοσυστήματος: 7.080 στρέμματα καμένης γης και ένας ξεπουλημένος πολιτισμός.
Ως περιβαλλοντολόγος με ειδίκευση στην Οικολογία και Διαχείριση Βιοποικιλότητας και με καταγωγή από τον Αγ. Χαράλαμπο, από όπου και ξεκίνησε η πυρκαγιά, έχω να πω τα εξής.
Βάσει της επεξεργασίας των δορυφορικών δεδομένων από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Copernicus (έως σήμερα, 30/07/2026, στις 08:55:59) με χρήση Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS), και αποτυπώνοντας την κατάσταση πριν από την τελευταία αναζωπύρωση που εκδηλώθηκε σήμερα 30/07 στις 13:30, η καμένη έκταση στην Πάρο αναλογεί σε 7.080 στρέμματα. Το μέγεθος αυτό, σε ένα ευαίσθητο και περιορισμένο νησιωτικό οικοσύστημα, μεταφράζεται σε μια βαθιά, δομική και ενδεχομένως μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική καταστροφή.
Συντριπτικό μέρος της καμένης αυτής έκτασης αφορά την τυπική βλάστηση του νησιού, ή αλλιώς τα δάση μας. Τοπία παρθένα και άγνωστα στους καταναλωτές πολυτέλειας και καλοπέρασης διάρκειας 5 ημερών. Εκεί, ανάμεσα στην τυπική μακί και φρυγανική βλάστηση, συναντάμε τις Φίδες ή αλλιώς Juniperus turbinata, όπου σύμφωνα με την IUCN κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου NΤ / Σχεδόν Απειλούμενο και είναι ένα από τα 8 είδη Αρκεύθου της χώρας. Η βιολογία του συγκεκριμένου είδους καθιστά την απώλειά του δραματική, καθώς πρόκειται για ένα μη πυρανθεκτικό είδος το οποίο στερείται μηχανισμών αναγέννησης, όπως αυτούς που διαθέτουν για παράδειγμα τα πευκοδάση στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας.
Ενώ ένα υγιές πευκοδάσος μπορεί να ανακάμψει μετά από μια δεκαετία, καθώς διαθέτει τράπεζες σπερμάτων όπου οι σπόροι φυτρώνουν μετά τη φωτιά αναγεννώντας το δάσος, στην περίπτωση της Αρκεύθου η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Χρειάζονται δεκάδες χρόνια ώστε να αναπτυχθούν νέα άτομα, καθώς δεν δημιουργούνται αντίστοιχες τράπεζες σπερμάτων. Η αναγέννησή τους έγκειται αποκλειστικά στην ύπαρξη άκαυτων νησίδων, από τις οποίες οι σπόροι μεταφέρονται σταδιακά στις καμένες εκτάσεις. Πρόκειται για μια διαδικασία εξαιρετικά αργή, ενώ σε υποβαθμισμένα οικοσυστήματα, συχνά δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα επανάκαμψης.
Ο τρόπος μεταφοράς των σπερμάτων γίνεται μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται ζωοχωρία. Βασίζεται σε πτηνά και μικρά θηλαστικά που καταναλώνουν τους καστανοκόκκινους καρπούς της αρκεύθου. Τα γαστρικά υγρά των ζώων διαβρώνουν φυσικά το σκληρό περίβλημα του σπόρου καθώς περνά από το πεπτικό τους σύστημα, διευκολύνοντας έτσι τη βλάστησή του στο έδαφος.
Όμως, με τη φωτιά να έχει σαρώσει την περιοχή, αυτή η αλυσίδα διαταράχθηκε. Μαζί με την χλωρίδα, χάθηκε ή εκτοπίστηκε και η πανίδα, συμπεριλαμβάνοντας σαύρες, όπως τον «σκροκόδειλα» όπως τον λέμε στην Πάρο, φίδια, χελώνες, αμφίβια, πουλιά και θηλαστικά, μεταξύ των οποίων αγριοκούνελα, λαγοί, σκαντζόχοιροι, αλλά και οι σχεδόν εξαφανισμένες ατσίδες που έβρισκαν καταφύγιο στην περιοχή.
Ωστόσο, η καμένη γη ήρθε να βρει έναν ήδη καψαλισμένο τόπο, ασφυκτικά κορεσμένο από τον υπερτουρισμό. Οι άνθρωποι του νησιού βιώνουν την αλλοίωση της ταυτότητάς τους πολύ πριν ανάψει η πρώτη σπίθα. Η Πάρος έχει μετατραπεί σε ένα φρενήρες, εποχιακό τουριστικό θέρετρο που καταβροχθίζει τους πόρους του, διώχνοντας βίαια κάθε άλλη δραστηριότητα.
Αυτή η φωτιά έδωσε απλώς τη χαριστική βολή στους λιγοστούς ρομαντικούς ή απλώς πεισματάρηδες, εναπομείναντες που κρατούσαν ζωντανή την πραγματική, αυτάρκη ψυχή του τόπου. Τους κτηνοτρόφους που είδαν βοσκότοπους να γίνονται στάχτη, τους μελισσοκόμους που έχασαν τις κυψέλες και τα θυμάρια τους σε ένα βράδυ. Οι παλιές αναβαθμίδες και οι ξερολιθιές, η αρχαία σοφία της παριανής υπαίθρου, στέκουν γυμνές.
Σε ένα νησί που ξεπούλησε την αυτάρκειά του στον βωμό της γρήγορης τουριστικής μονοκαλλιέργειας, η οικολογική αυτή καταστροφή είναι και βαθιά πολιτισμική".
Προοίμιο για όλο το Αρχιπέλαγος», αναφέρει στο fb ο Νίκος Ξυδάκης.
Η γη καίγεται πρώτα από την ξέφρενη αποίκιση, και στο τέλος η φωτιά αποτελειώνει γεωλογία που άντεξε εκατομμύρια χρόνια.
Ο Παριανός περιβαλοντολόγος Θοδωρής Παντελαίος το αναλύει στο fb με ανατριχιαστική επιστημοσύνη:
"Η διπλή κατάρρευση ενός νησιωτικού οικοσυστήματος: 7.080 στρέμματα καμένης γης και ένας ξεπουλημένος πολιτισμός.
Ως περιβαλλοντολόγος με ειδίκευση στην Οικολογία και Διαχείριση Βιοποικιλότητας και με καταγωγή από τον Αγ. Χαράλαμπο, από όπου και ξεκίνησε η πυρκαγιά, έχω να πω τα εξής.
Βάσει της επεξεργασίας των δορυφορικών δεδομένων από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Copernicus (έως σήμερα, 30/07/2026, στις 08:55:59) με χρήση Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS), και αποτυπώνοντας την κατάσταση πριν από την τελευταία αναζωπύρωση που εκδηλώθηκε σήμερα 30/07 στις 13:30, η καμένη έκταση στην Πάρο αναλογεί σε 7.080 στρέμματα. Το μέγεθος αυτό, σε ένα ευαίσθητο και περιορισμένο νησιωτικό οικοσύστημα, μεταφράζεται σε μια βαθιά, δομική και ενδεχομένως μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική καταστροφή.
Συντριπτικό μέρος της καμένης αυτής έκτασης αφορά την τυπική βλάστηση του νησιού, ή αλλιώς τα δάση μας. Τοπία παρθένα και άγνωστα στους καταναλωτές πολυτέλειας και καλοπέρασης διάρκειας 5 ημερών. Εκεί, ανάμεσα στην τυπική μακί και φρυγανική βλάστηση, συναντάμε τις Φίδες ή αλλιώς Juniperus turbinata, όπου σύμφωνα με την IUCN κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου NΤ / Σχεδόν Απειλούμενο και είναι ένα από τα 8 είδη Αρκεύθου της χώρας. Η βιολογία του συγκεκριμένου είδους καθιστά την απώλειά του δραματική, καθώς πρόκειται για ένα μη πυρανθεκτικό είδος το οποίο στερείται μηχανισμών αναγέννησης, όπως αυτούς που διαθέτουν για παράδειγμα τα πευκοδάση στο ηπειρωτικό τμήμα της χώρας.
Ενώ ένα υγιές πευκοδάσος μπορεί να ανακάμψει μετά από μια δεκαετία, καθώς διαθέτει τράπεζες σπερμάτων όπου οι σπόροι φυτρώνουν μετά τη φωτιά αναγεννώντας το δάσος, στην περίπτωση της Αρκεύθου η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Χρειάζονται δεκάδες χρόνια ώστε να αναπτυχθούν νέα άτομα, καθώς δεν δημιουργούνται αντίστοιχες τράπεζες σπερμάτων. Η αναγέννησή τους έγκειται αποκλειστικά στην ύπαρξη άκαυτων νησίδων, από τις οποίες οι σπόροι μεταφέρονται σταδιακά στις καμένες εκτάσεις. Πρόκειται για μια διαδικασία εξαιρετικά αργή, ενώ σε υποβαθμισμένα οικοσυστήματα, συχνά δεν υπάρχει κανένα αποτέλεσμα επανάκαμψης.
Ο τρόπος μεταφοράς των σπερμάτων γίνεται μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται ζωοχωρία. Βασίζεται σε πτηνά και μικρά θηλαστικά που καταναλώνουν τους καστανοκόκκινους καρπούς της αρκεύθου. Τα γαστρικά υγρά των ζώων διαβρώνουν φυσικά το σκληρό περίβλημα του σπόρου καθώς περνά από το πεπτικό τους σύστημα, διευκολύνοντας έτσι τη βλάστησή του στο έδαφος.
Όμως, με τη φωτιά να έχει σαρώσει την περιοχή, αυτή η αλυσίδα διαταράχθηκε. Μαζί με την χλωρίδα, χάθηκε ή εκτοπίστηκε και η πανίδα, συμπεριλαμβάνοντας σαύρες, όπως τον «σκροκόδειλα» όπως τον λέμε στην Πάρο, φίδια, χελώνες, αμφίβια, πουλιά και θηλαστικά, μεταξύ των οποίων αγριοκούνελα, λαγοί, σκαντζόχοιροι, αλλά και οι σχεδόν εξαφανισμένες ατσίδες που έβρισκαν καταφύγιο στην περιοχή.
Ωστόσο, η καμένη γη ήρθε να βρει έναν ήδη καψαλισμένο τόπο, ασφυκτικά κορεσμένο από τον υπερτουρισμό. Οι άνθρωποι του νησιού βιώνουν την αλλοίωση της ταυτότητάς τους πολύ πριν ανάψει η πρώτη σπίθα. Η Πάρος έχει μετατραπεί σε ένα φρενήρες, εποχιακό τουριστικό θέρετρο που καταβροχθίζει τους πόρους του, διώχνοντας βίαια κάθε άλλη δραστηριότητα.
Αυτή η φωτιά έδωσε απλώς τη χαριστική βολή στους λιγοστούς ρομαντικούς ή απλώς πεισματάρηδες, εναπομείναντες που κρατούσαν ζωντανή την πραγματική, αυτάρκη ψυχή του τόπου. Τους κτηνοτρόφους που είδαν βοσκότοπους να γίνονται στάχτη, τους μελισσοκόμους που έχασαν τις κυψέλες και τα θυμάρια τους σε ένα βράδυ. Οι παλιές αναβαθμίδες και οι ξερολιθιές, η αρχαία σοφία της παριανής υπαίθρου, στέκουν γυμνές.
Σε ένα νησί που ξεπούλησε την αυτάρκειά του στον βωμό της γρήγορης τουριστικής μονοκαλλιέργειας, η οικολογική αυτή καταστροφή είναι και βαθιά πολιτισμική".
