ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ - Για οποιοδήποτε παράπονο ή σχόλιο μπορείτε να επικοινωνήσετε με τους zoornalistas στο email: zoornalistasgr@googlemail.com

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Αδειάζοντας το σπίτι του μπαμπά και της μαμάς


Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης


Ο μπαμπάς δεν τη χάρηκε πολύ τη σπιταρόνα.
Έφυγε νωρίς από την κακιά αρρώστια, μη ρωτάτε περισσότερα.
Η μαμά, πάλι, συμπλήρωσε σχεδόν μισό αιώνα σε ένα διαμέρισμα γίγας, μεζονέτα επαρχιακού τύπου πριν τις μεζονέτες αθηναϊκού τύπου.
Αχρείαστη η μία, αχρείαστη και η άλλη.
Αλλά πως να πεις σε ανθρώπους που μεγάλωσαν επτά νομά σ’ ένα δωμά και σε παράγκες τσίγκινες, ότι ένα σπίτι παραείναι μεγάλο;
Ιδίως όταν έχουν ορφανέψει, πριν καν αγγίξουν τις εφηβείες τους…
Άσε που το πρώτο μας σπιτάκι το προσφυγικό, το σπιτάκι που χτίστηκε δωμάτιο το δωμάτιο, δεν ήταν και πολύ λειτουργικό.
Έως ντιπ λειτουργικό, με μπάνιο “εξωτερικό”, μιλάμε τώρα σκέτο μαρτύριο εκείνα τα πέντε μέτρα που έπρεπε να διασχίσεις από τη μία πόρτα στην άλλη με το χιονόνερο να πίπτει ράιτ θρου.
Άσε και τη θέρμανση με σόμπες πετρελαίου, άλλη κόμπλα από εκεί με τα βαμπάκια και τα οινοπνεύματα και πρόσεχε παιδί μου μη λαμπαδιάσεις.
Όσο για χώρο πριβέ δεν το συζητώ καν. Όλο πέφταμε μούρη με μούρη και σε κάποιες περιπτώσεις ούτε να στρίψεις δεν μπορούσες χωρίς μια κάποια προσπάθεια.
Οπότε τέρμα τα δίφραγκα, τέρμα και οι ταλαιπωρίες, το καινούριο σπίτι έπρεπε να είναι στα μέτρα του Έντερπραϊζ…
Πλάκα είχε για να το ζεις, δε λέω.
Καθόλου πλάκα, όμως, για να το αδειάσεις.

Το αναβάλλω τρία χρόνια τώρα, με διάφορες προφάσεις “δημοσιογραφικού τύπου”, απ’ αυτές που χρησιμοποιεί το συνάφι για να πείσει θεατές, ακροατές και αναγνώστες.
Θα γίνει το δείνα, θα παίξει το τάδε, θα τρέξουν το άλλο και το παράλλο.
Φούμαρα όλα, παραμυθάκια, στο τέλος αθροίζεις τους λογαριασμούς και τα έξοδα και τις κάθε είδους μικροεπισκευές και σκέφτεσαι ότι αν συνεχίσεις να κωλοκάθεσαι πάνω στις αναμνήσεις θα χάσεις και τα λίγα που έχεις.

Πάμε λοιπόν να το αδειάσουμε, να “δείξει” που λένε και οι μεσίτες, μπας και βρεθεί κάνας άνθρωπος να το φορτωθεί, να ξεμπερδεύουμε εγώ κι ο αδερφός μου.
Αν βρεθεί, τέλος πάντων…
Ως εκ τούτου, ανέβα κατέβα Τρίκαλα κάθε τρεις και λίγο, αυτό το έπιπλο θα το πάρει ο κολλητός, το άλλο η ανηψιά, το τρίτο μήπως το φέρω Αθήνα, πάλι περισσεύουν μερικά, τι δγιάλο να κάνω, να τα βγάλω στον ακάλυπτο σαν τον Κούρκουλο στην ταινία και να τα κάψω;
Χώρια τα μικροπράγματα.
Τασάκια, μπιμπελό, κεντήματα, σουπλά και σουβέρ, τσιβρέδες, ως και ένα σαλονάκι πορσελάνης μινιατούρα που είχα φέρει το ’82 από Γαλλία, όταν πήγαμε με το Γιάννη στο φεστιβάλ της Αβινιόν.
Ο Γιάννης επέμενε να επενδύσουμε σε πιοτί, εγώ ήθελα να κάνω ένα όμορφο δώρο στη μαμά.
Η μαμά το παρέταξε δίπλα στην πόρτα της εισόδου, να το βλέπει αμέσως όποιος μπαίνει.
Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, το τύλιξα στο πλαστικό με τις φούσκες και μπήκε πορτ μπαγκάζ…
Μαζί με πεντέξι πακέτα ακόμη, ιστορίες μιας ζωής, όνειρα και φαντασίες, χαμόγελα και κλάματα, ψίθυρους, φωνές, βλέμματα, όλα στη συσκευασία την άθραυστη.
Μόνο κάτι άλλα πράγματα σπάσανε, εντελώς εσωτερικά, τα μέσα τα υδραυλικά και τα ηλεκτρικά, σύρε φέρε εσύ το μάστορα να τα παιδέψει.
Εμένα δεν πιάνουν τα χέρια μου.
Εμένα δεν ακούνε τ’ αυτιά μου.
Εμένα δεν βλέπουν τα μάτια μου.
Εμένα με νοιάζει μόνο να πω ένα τελευταίο “αντίο”.
Και να μην ξεχνάω αυτό που έλεγε η άλλη η ταινία:
Άμα βλέπεις παράθυρο ανοιχτό, προσπέρνα το…

Voices / Newpost