Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Ξέρεις πόσες κυριακάτικες εφημερίδες έχω αγοράσει για να μαζέψω όλα αυτά τα cd...


του Διονύση Βραϊμάκη

Η Λυδία από «Το Σόι σου» θέλει να πετάξει τα παλιά ηλεκτρονικά του σπιτιού. Ο Σάββας αντιδρά και εξανίσταται. «Όχι το CD player, πού θα ακούω τους δίσκους;» διαμαρτύρεται. «Εκεί που τους άκουγες πάντα: πουθενά». Και όταν οι εκκαθαρίσεις φτάνουν στα CD: «Έκανα τόσα χρόνια να τα μαζέψω», της λέει. «Θα πάνε στην ανακύκλωση», του απαντά. «Ξέρεις πόσες κυριακάτικες εφημερίδες έχω αγοράσει για να τα συγκεντρώσω;» επιχειρηματολογεί εκείνος και, με αυτή την ατάκα, χτυπάει το φιλότιμο του Τύπου στο μαλακό υπογάστριο.

Γιατί οι εφημερίδες και τα περιοδικά ήταν για το συρρικνωμένο αναγνωστικό τους κοινό οι αγιοβασίληδες όλου του χρόνου. Οι εκδοτικοί οργανισμοί επιδόθηκαν σε μια πρωτόγνωρη στα χρονικά πλειοδοσία και τα έντυπα έγιναν περιτύλιγμα για κασέτες, δίσκους, μυθιστορήματα, αστυνομικά, μπρελόκ, αρώματα, τράπουλες, σημαίες, λάβαρα, φανέλες. 

Έφτασαν να δωρίζουν με κουπόνια χαλιά και να βλέπεις κόσμο να φεύγει από την πλατεία Καρύτση (ΔΟΛ ο δωρητής) φορτωμένος με ρολά ταπήτων. Οι Έλληνες επιμορφώνονταν με δίσκους που δεν άκουγαν, ή άκουγαν σπάνια, και με ιστορίες των Παγκοσμίων Πολέμων, με Πλάτωνα, με φιλοσοφικά έργα, με πολύτομα κλασικά λογοτεχνήματα που δεν διάβαζαν, ή διάβαζαν λίγο, λίγοι.

Η λογική «πάρε δώρα για να αγοράσεις φύλλα» έγινε το ανάχωμα στην κυκλοφοριακή κατρακύλα, που εν τέλει δεν αποφεύχθηκε. Σιγά σιγά, η μία μετά την άλλη, οι εφημερίδες ζητούσαν από το πρακτορείο διανομής Τύπου να μην ανακοινώνονται οι πωλήσεις τους και σήμερα μόνο τρεις πολιτικές το επιτρέπουν (Εφημερίδα των Συντακτών, Star και Ελεύθερη Ώρα). 

Και αυτό, γιατί οι μερικές χιλιάδες φύλλα που πωλούνται, ή και μερικές εκατοντάδες σε μερικές περιπτώσεις, δεν περιποιούν τιμή για τον άλλοτε κραταιό Τύπο. Ο οποίος ούτε τον Σάββα από «Το Σόι σου» έκανε μουσόφιλο ούτε την τιμή του έσωσε με την ευτέλεια κάποιων από τα δώρα του.

* το κείμενο του Διονύση Βραϊμάκη δημοσιεύτηκε στο Harddog