Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Βολές κατά ΕΡΤ και Αλαφούζου από τον «Βηματοδότη»


«Αρρυθμίες» είναι ο τίτλος ενός σχολίου του Βηματοδότη, της στήλης του Βήματος του μιντιακού ομίλου Μαρινάκη, το οποίο αναφέρεται στη συμφωνία για τα τηλεοπτικά δικαιώμα της GBL που πέρασαν στον όμιλο ΣΚΑΪ για τα επόμενα πέντε χρόνια.
Ο Βηματοδότης σχολιάζει τη στάση της ΕΡΤ και αναφέρει: "Η δημόσια τηλεόραση έχασε μέσα από τα χέρια της ένα τηλεοπτικό προϊόν, σημαντικό για την ίδια μια και τόνωνε κάπως τις πενιχρές της επιδόσεις σε θεαματικότητα. Αν κάποιος δεν έκανε σωστά την δουλειά του θα περιμέναμε να ελεγχθεί. Και το ότι κανείς δεν ελέγχθηκε όσο να ‘ναι βάζει σε υποψίες για το πόσο «κατά λάθος» έγινε".

Ακολουθεί ολόκληρο το σχόλιο του ΒΗΜΑΤΟΔΟΤΗ:
"Χθες το ΔΣ της Stoiximan GBL έκανε αποδεκτή την πρόταση του ομίλου ΣΚΑΪ για τα τηλεοπτικά δικαιώματα του πρωταθλήματος μπάσκετ για τα επόμενα πέντε χρόνια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για επέκταση της συμφωνίας που είχε γίνει τον Ιούνιο για δυο χρόνια με δυνατότητα επέκτασης για έναν ακόμη χρόνο. Το ζήτημα, βέβαια, είναι πώς είχε επιτευχθεί η αρχική συμφωνία.

Θυμίζω ότι το δικαίωμα μετάδοσης του μπάσκετ είχε η ΕΡΤ, η οποία είχε δικαίωμα να το επεκτείνει για την περίοδο 2025-2026 μονομερώς. Η κρατική τηλεόραση, όμως, «ξέχασε» να ασκήσει αυτό το δικαίωμά της, με αποτέλεσμα να το πάρει ο κ. Αλαφούζος. Πολλοί μίλησαν τότε για αυτογκόλ της ΕΡΤ, αλλά έχω μια ένσταση για την ακρίβεια της λέξης που χρησιμοποιήθηκε. Αυτογκόλ μπαίνουν συχνά στο ποδόσφαιρο – και πολύ πιο σπάνια «αυτοκαλάθια» στο μπάσκετ – αλλά μπαίνουν κατά λάθος, τουλάχιστον στους «καθαρούς» αγώνες. Στις οικονομικές συμφωνίες, όμως, ιδίως όταν σ’ αυτές μετέχει μια ανώνυμη εταιρεία της οποίας τον έλεγχο και την εποπτεία έχει το κράτος και η οποία έχει τις υποχρεώσεις μιας δημόσιας εταιρείας, όταν γίνονται τέτοια λάθη, προφανώς πρέπει να υπάρχει λογοδοσία και καταλογισμός ευθυνών. Δεν γίνεται να αποδίδονται σε μια «στραβοκλωτσιά» και να λέμε «ήταν μια άτυχη στιγμή, σημασία τώρα έχει ο επόμενος αγώνας».

Τέτοια λογοδοσία μέχρι στιγμής δεν υπήρξε, αν και θα έπρεπε. Η δημόσια τηλεόραση έχασε μέσα από τα χέρια της ένα τηλεοπτικό προϊόν, σημαντικό για την ίδια μια και τόνωνε κάπως τις πενιχρές της επιδόσεις σε θεαματικότητα. Αν κάποιος δεν έκανε σωστά την δουλειά του θα περιμέναμε να ελεγχθεί. Και το ότι κανείς δεν ελέγχθηκε όσο να ‘ναι βάζει σε υποψίες για το πόσο «κατά λάθος» έγινε.

Και τώρα οι συνέπειες αυτού του λάθους μεγεθύνονται, καταλαμβάνουν κυριολεκτικά και τους «επόμενους αγώνες». Μια ιδιωτική εταιρεία, ευθέως ανταγωνιστική της δημόσιας, ευνοείται από αυτό το «λάθος» ακόμη περισσότερο. Αν βάλουμε στην εξίσωση την φύση αυτής της ιδιωτικής εταιρείας, δηλαδή ότι είναι ΜΜΕ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα συμφέροντα της κυβέρνησης, η οποία ταυτόχρονα έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκηση της δημόσιας, της οποίας οι αποφάσεις ευνόησαν την ιδιωτική, μια αμφιβολία για το «αυτογκόλ» γεννιέται και στον πιο καλόπιστο. Αμφιβολία που ενισχύεται από τη συμπεριφορά του ιδιωτικού αυτού μέσου απέναντι στην κυβέρνηση, η οποία είναι, για πολλούς, πιο φιλική ακόμη και από αυτήν της ίδιας της ελεγχόμενης αμέσως από την κυβέρνηση δημόσιας τηλεόρασης.

Με την ευκαιρία λοιπόν της νέας «επιτυχίας» του ομίλου Αλαφούζου, ίσως πρέπει να γίνει αυτό που δεν έγινε τον Ιούνιο. Να ερευνηθεί πώς έγινε τέτοιο λάθος και να καταλογιστούν οι τυχόν ευθύνες. Για να μην λένε καλόπιστοι και κακόπιστοι ότι δεν ήταν λάθος κι ότι η κυβέρνηση ανταμείβει αυτούς που της φέρονται φιλικά. Δεν είναι μόνο ζήτημα διαχείρισης μιας δημόσιας εταιρείας, που ούτως ή άλλως θα ήταν λόγος ικανός για να ελεγχθεί, αλλά και ζήτημα δημοκρατίας.