Κάθε χρόνο, κάθε καλοκαίρι που περνάει, παρατηρώ τους ανθρώπους στο νησί όλο και λιγότερο. Ή μάλλον, μπορεί να τους παρατηρώ το ίδιο, αλλά δεν συμπεραίνω. Σε άλλες ηλικίες έβγαζα συμπεράσματα. Τραβούσα μία εύκολη και βιαστική γραμμή που ένωνε την παρατήρηση με το συμπέρασμα και νόμιζα πως καταλάβαινα πολλά.
Πόσο μιλάνε στην παραλία τα ζευγάρια; Πόσο αγγίζονται; Και κυρίως τα εκατοντάδες ζευγάρια ηλικιωμένων συνομήλικων των ξένων -από πολλές χώρες- τι ακριβώς κάνουν έπειτα από σαράντα χρόνια; Ζουν εδώ και χρόνια με τις αναθυμιάσεις του πάθους ή μία στέρεη συντροφικότητα που την διαφυλάττουν ως κορυφαία κατάκτηση;
Πώς μιλάνε στα παιδιά τους οι νεότεροι; Πώς μιλάνε στα παιδιά που σερβίρουν; Πώς χαμογελάνε σε αγνώστους και αν λένε μια καλημέρα στα αγγλικά τους σε όσους συναντούν σε ένα στενό χωματόδρομο που οδηγεί στην παραλία.
Αυτή η στριμωγμένη και ακανόνιστη ανθρωπογεωγραφία των δέκα και των είκοσι ημερών σε έναν κοινό τόπο λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, σίγουρα προσφέρεται για παρατηρήσεις, αλλά όχι για συμπεράσματα. Τουλάχιστον εμένα μού έχουν τελειώσει. Με το ζόρι πια μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου με κάποια σιγουριά, πόσο μάλλον για τους άλλους.
Όμως τα ηλικιωμένα ζευγάρια των συνομήλικων μού τραβούσαν πάντα την προσοχή. Όχι τα τελευταία χρόνια, πάντα νομίζω. Κυρίως εκείνα που μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους, που δεν περνάνε ημίωρα σιωπής. Μιλάνε ήρεμα, γελάνε, αγγίζονται, φεύγουν χέρι χέρι. Τι σόι πείραμα είναι τώρα αυτό;
- Διαβάστε τη συνέχεια του κειμένου που υπογράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου στο News 24/7 (ΕΔΩ)
