Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

Η ζωή που δεν ζήσαμε


του Διονύση Βραϊμάκη

Το ορεινό χωριό είναι φάρος για την οικογένεια. Καλεί τα μέλη της από το επιβλητικό του υψόμετρο των 800 μέτρων και τους ενώνει. Εκεί συγκεντρώνονται κάθε χρόνο όλοι. Γενάρχες, παιδιά με τα παιδιά τους, αδέρφια, εγγόνια, γαμπροί, νύφες, ξαδέρφια. Πώς χωράνε, πώς τρώνε, πώς και γιατί διψούν κάθε φορά να γυρίσουν εκεί, στην απόμακρη ορεινή κοιτίδα της γιαγιάς και του παππού, όλοι• νέοι, μεγάλοι και μεγαλύτεροι; Και, κυρίως, πώς κοιμούνται;
Ερωτήματα που τα απαντά, σε κάθε επιστροφή, εκείνο το πλατύ χαμόγελο της Πατρούλας, το ταϊσμένο από τον αέρα της ορεινής Αιτωλοακαρνανίας. Καλή η καλή πρόθεση, αλλά πώς πλαγιάζετε; 
«Υπάρχουν έτοιμα στρώματα, κρεβάτια μονά και διπλά, στην αυλή και στις βεράντες», η απάντηση της Πατρούλας, που πετάει περήφανα, αλλά σαν κάτι απολύτως φυσικό, και την πληροφορία: «Έχουμε έξω και ένα τραπέζι για τριάντα άτομα, άμα χρειαστεί». Και χρειάζεται. Χώρια η κληματαριά με την παχιά σκιά• χώρια η συκιά και τα φυτά• χώρια οι χώροι για φιλικές καλοκαιρινές ολυμπιάδες με την τράπουλα δίπλα στο πράσινο.
Αλλά εμένα, με τρώει πάντα αυτό που δεν χωράει στο στενό μυαλό των ανθρώπων με το στενό διαμέρισμα στις στενές πόλεις: πώς τα καταφέρνουν με τον ύπνο; Τα καταφέρνουν και μας το είπαν:
  • Ύπνος υπό σκέπη, στα δωμάτια.
  • Ύπνος –σε διπλά και σε μονά!– στο ύπαιθρο.
  • Ύπνος με κουβέρτες αν χρειαστεί, κάτω από άστρα και μέσα στους ψιθύρους της νύχτας.
Όπως δηλαδή κοιμόταν η «παλιά Ελλάδα», του ’50, του ’60, του ’70 όταν τα καλοκαίρια συναντιόντουσαν σε νυχτερινές ωδές τα χασμήματα και οι ρεγχασμοί των ανθρώπων από τα μπαλκόνια και τις ταράτσες.

Εκεί αποκτά νόημα και ουσία το τετριμμένο «όλοι οι καλοί χωράνε». Βοηθάει η αγάπη των ανθρώπων, βοηθάει και η ανόθευτη φύση που δίνει λύσεις απρόβλεπτες. Όπως έγινε πέρσι, στο ίδιο σπίτι, όταν η ίδια οικογένεια έπρεπε να παρευρεθεί σε έναν γάμο. Πώς να ετοιμαστούν όλοι μαζί για κάτι που θα άρχιζε την ίδια ώρα; Τόσες γενιές ανθρώπων, τόσα διαφορετικά σπιτικά συγκεντρωμένα σε ένα. Συνωστισμός στο μπάνιο και ο χρόνος λίγος.

Τότε το καθαρό μυαλό από το ανόθευτο οξυγόνο των οκτακοσίων μέτρων φωτίστηκε. Πάμε ποτάμι! Σε λίγο γυναίκες και κορίτσια φόρεσαν μαγιό, φόρτωσαν τα αυτοκίνητα, ζαλώθηκαν τις πετσέτες και μπανιαρίστηκαν οικολογικά στις όχθες ενός ήσυχου κομματιού του Αχελώου…

Πατρούλα, Χρήστο, Αθανασία, Θοδωρή, Αντιγόνη, Αντώνη, Ανθή, Λαμπρινή (και οι πολλοί άλλοι…) του χρόνου πάρτε μας μαζί. Θα μας χωρέσετε, ξέρετε εσείς τον τρόπο. Έχετε –όπως το λέμε στο δικό μας «χωριό» της τσιμεντούπολης– το know how. Για να ζήσουμε και εμείς τη ζωή που δεν ζήσαμε.

* το κείμενο τοιυ Διονύση Βραϊμάκη δημοσιεύτηκε στο harddog