Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Η εφημερίδα είναι ταυτότητα. Και ηλικίας...


του Διονύση Βραϊμάκη

Στη δεκαετία του ’60 ο πατέρας μου περπατώντας σε δρόμο της Νέας Ερυθραίας, κοντά στο σύνορο με το «χωριό» μας, την Κηφισιά, ένιωσε πως η εφημερίδα που ήταν διπλωμένη ανάποδα στην τσέπη του για να κρύβει τον τίτλο, ξαφνικά πέταξε –κυριολεκτικά πέταξε. Ένα χέρι την είχε αρπάξει και μια γνώριμη βροντώδης φωνή τον κατατρόμαξε: «Για να δω τι νέα έχουμε σήμερα!»

Ήταν ο Αντώνης, ο χωροφύλακας-κέρβερος της περιοχής, που έδινε κλήσεις με το τσουβάλι: για το μπακάλικο που παραβίαζε το ωράριο, για τη διατάραξη της κοινής ησυχίας, για τον θόρυβο που έκαναν τα Ζούνταπ και οι Φλορέτες (δίκυκλα-φετίχ των νέων της εποχής), για το φορτηγό που ανέβαινε ασθμαίνοντας την κεντρική λεωφόρο επειδή «έτρεχε ιλιγγιωδώς», ακόμα και για τα μπουγαδόνερα που έβγαιναν κάποιες φορές από τις μονοκατοικίες της γειτονιάς. Φυσικά, μέσα στα καθήκοντα του μυστακοφόρου χωροφύλακα, που ο κόσμος τον αποκαλούσε περιπαικτικά «Αντωνάκη» (γιατί τον θεωρούσε και λίγο κρετίνο), ήταν ο έλεγχος των πολιτικών φρονημάτων. Το έκανε παρακολουθώντας πολίτες, κρυφακούγοντας συζητήσεις, πίνοντας καφέδες στα καφενεία (πάντα κερασμένοι) και, κυρίως, μαθαίνοντας ποιες εφημερίδες διάβαζαν.

Γιατί η εφημερίδα στα ψυχροπολεμικά και μεταεμφυλιακά χρόνια αποτελούσε ταυτότητα για πολλούς. Ταυτότητα πολιτική, αλλά και χαρακτήρα, αισθητικής, μορφωτικού επιπέδου, ενδιαφερόντων, αφού άλλες εφημερίδες είχαν περισσότερα εγκλήματα, δυστυχήματα, απάτες, ρομαντικά αφηγήματα και άλλες πιο πολύ κινηματογράφο, θέατρο, πολιτική, σοβαρότητα.

Εκείνον τον καιρό εύκολα άλλαζες στέγη (οι μετακομίσεις των ακτημόνων ανθούσαν, ιδιαίτερα το φθινόπωρο) αλλά ήταν απίθανο να αλλάξεις την εφημερίδα σου για κάποιαν άλλη. Αν διάβαζες τα Νέα του Λαμπράκη δεν τα εγκατέλειπες για την Ελευθερία του Κόκκα, και ας κινούνταν στον ίδιο περίπου ιδεολογικό χώρο• αν εμπιστευόσουν τη Βραδυνή του Τζώρτζη Αθανασιάδη ήταν απίθανο να την προδώσεις με την πολιτικά συγγενή Απογευματινή του Μπότση.

Σήμερα, η εφημερίδα είναι ταυτότητα ηλικίας. Όσοι εμπιστεύονται ακόμα την ενημέρωσή τους στο χαρτί δεν είναι νέοι• είναι μεστωμένοι, μεσόκοποι, ώριμοι, ηλικιωμένοι, υπέργηροι. Και όταν, σπάνια, δείτε στον δρόμο κάποιον να διπλώνει ανάποδα την εφημερίδα του, ξέρετε ότι ανήκει στις δύο τελευταίες κατηγορίες που σιγά σιγά, ή λιγότερο σιγά, αποχωρούν. Όπως αποχωρεί ο Τύπος –καθόλου σιγά αυτός. Και ας έγραφα πριν από εννέα χρόνια, στο μπλογκ Harddog, πως «Η εφημερίδα ποτέ δεν πεθαίνει». Το ξανασκέπτομαι.

- το κείμενο του Διονύση Βραϊμάκη είναι από το Harddog