Κατ’ αρχάς, ένα οστεώδες πρόσωπο, που αν το καλοκοίταζες έβλεπες τα σημάδια της παλαιάς ομορφιάς. Ένα βαρύ έως λιγωτικό άρωμα που σου έκοβε την ανάσα και που ποτέ δεν τη ρώτησα πώς το λέγανε. Ένα αξάν στην προφορά της κι ένα βραχνό αλλά βροντερό γέλιο, που στο τέλος κατέληγε σε βήχα λόγω τσιγάρου. Και, τέλος, οι δεκάδες αιφνιδιαστικοί θυμοί της για κάτι που θυμήθηκε και που την είχε πειράξει.
Αυτά θυμάμαι από τη γνωριμία μου με τη συγγραφέα Λιλή Ζωγράφου, μια «συνεπέστατα αντιεξουσιαστική διανοούμενη» κατά τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, που είχα τη χαρά και την τιμή να τη γνωρίσω γύρω στο 1989 και που αυτές τις μέρες συμπληρώθηκαν 28 χρόνια από την «αναχώρησή» της.
Άνθρωπος ανυπότακτος, παθιασμένη με τις εμμονές της για την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία του λόγου και τη σεξουαλική απελευθέρωση, η Ζωγράφου ξεδίπλωσε όλο τον ψυχισμό της σε έργα όπως «Αντιγνώση, τα δεκανίκια του καπιταλισμού», «Επάγγελμα: Πόρνη» «Μου σερβίρετε ένα βασιλόπουλο, παρακαλώ;» «Η Συβαρίτισσα», «Νύχτωσε αγάπη μου, είναι χτες», «Η αγάπη άργησε μια μέρα» κ.ά.
Λένε πως τα έργα ενός συγγραφέα είναι τα διόδια που πληρώνει για να περάσει στην αιωνιότητα. Αν με άκουγε να ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο, είναι σίγουρο ότι θα με διόρθωνε. «Αιωνιότητα δεν είναι ό,τι αντέχει στον χρόνο -γιατί τότε θα ’χαν τα πρωτεία οι πολυκατοικίες και οι ουρανοξύστες- αλλά ό,τι σφραγίζει μια στιγμή ανεπανάληπτα. Ο ερωτικός σπασμός είναι μια αιωνιότητα, κι ας μην αποτυπώνεται πουθενά αυτός» γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο της «Επάγγελμα: Πόρνη».
Ό,τι κι αν έγραψε αυτή η γυναίκα είχε μέσα του ένα βίωμα προσωπικό ή συλλογικό. Όπως τότε, επί Χούντας, που οι Αρχές αρνήθηκαν να της εκδώσουν διαβατήριο με επάγγελμα «δημοσιογράφος-συγγραφέας», λόγω των πολιτικών πεποιθήσεών της. Τότε η Ζωγράφου πήρε το στιλό και πάνω στην αίτηση έγραψε: «Επάγγελμα: Πόρνη».
Στέκομαι στο βιωματικό στοιχείο των έργων της, γιατί η συγγραφή εν πολλοίς είναι ο «θάνατος» της πραγματικής ζωής του συγγραφέα. Είναι το κοίταγμά της μέσα από ένα διαθλαστικό τζάμι. Ο συγγραφέας, άλλοτε σαν σνομπ αριστοκράτης κι άλλοτε σαν αγοραφοβικός λούμπεν, κατά κανόνα δεν αναμειγνύεται με τον πολύχρωμο και πολύβουο θίασο που περνά έξω στον δρόμο με γέλια, με κλάματα, με ελπίδες,τραγούδια, έρωτες και μοιρολόγια. Αλλά σαν ψυχρός και απόμακρος επαγγελματίας μπανιστιρτζής έχει εξασκήσει την όρασή του για να βλέπει αυτή τη μεγαλειώδη παρέλαση της ζωής έχοντας ως μοναδική του απόλαυση την καλύτερη περιγραφή της στον φανταστικό συνομιλητή του. Και αν καμιά φορά ο έρωτας του χτυπήσει την πόρτα, τότε είναι που η αμηχανία χτυπάει κόκκινο. Λες και ασυνείδητα προσπαθεί να αποβάλει τον «απρόσμενο» επισκέπτη από τον ιερό χώρο της μοναξιάς του φορτώνοντάς τον με τις φαντασιώσεις του, για να μείνει ξανά μόνος και, όπως ο γλύπτης, να μπορέσει να τον χειριστεί ως εικόνα και ως ανάμνηση με την εκπληκτική σμίλη του: τις λέξεις... Δεν είναι πολλοί οι συγγραφείς που κατέθεσαν στα έργα τους το περίσσευμά τους από τη διονυσιακή «συνεύρεσή» τους με την πραγματική ζωή. Που κατέθεσαν «κλαμένο» κλάμα, «γελαστό» γέλιο, «ερωτένιο» έρωτα και «θαλασσινή» θάλασσα... Η Ζωγράφου ήταν μία από αυτούς.
Απρόβλεπτη, παθιασμένη, αθυρόστομη και αιώνια έφηβη, που, όπως έγραψε, «αν ξαναγινόμουν είκοσι χρονών θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν' ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Η επανάστασή μου θα στρεφόταν εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους».
Θυμάμαι, ένα βράδυ του Σεπτέμβρη του 1989 βρεθήκαμε με παρέα στο κέντρο «Επειγόντως» στην Κυψέλη όπου εμφανιζόταν ο συνθέτης Άκης Πάνου. Εκεί ο Άκης είχε απαγορεύσει τον χορό. «Οι πελάτες θα έρχονται μόνο για ν’ ακούνε τα τραγούδια μου» είχε πει στον ιδιοκτήτη του κέντρου. Κάποια στιγμή η Λιλή ήρθε στο κέφι και σηκώθηκε να χορέψει. Αμέσως ο συνήθως αμετάπειστος Άκης Πάνου με μια μεγαλειώδη και αρχοντική κίνηση «καθάρισε» τον χώρο από τα πρώτα τραπέζια και έφτιαξε πίστα για να χορέψει η Λιλή. Τότε εκείνη πέταξε τα τακούνια της και με τις κάλτσες άρχισε να χορεύει ζεϊμπέκικο κάτω απ’ το φως των προβολέων ενώ ο μεγάλος συνθέτης έπαιζε μόνο γι’ αυτήν! Όσο για εμάς, είχαμε γίνει «αγάλματα»...
Α, βρε Λιλή... Να ’ναι ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει...
Μιχάλης Βαλιανάτος
Αυγή της Κυριακής (18.10.2026)
