Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Για τον Σπύρο Χαλβατζή


Υπάρχει
μια πεπατημένη στους αποχαιρετισμούς εκείνων που φεύγουν από τη ζωή. Ιδιαίτερα για όσους, όπως ο Σπύρος Χαλβατζής, αποκτούν με την πολιτική στράτευση, τη ζωή και τη δράση τους το «προνόμιο» του δημόσιου λόγου και της κοινωνικής επιρροής. Η πεπατημένη του ξεχωριστού, του ιδιαίτερου, του ανθρώπου με μοναδικά προσόντα και μοναδική διαδρομή. Ειλικρινείς ή όχι, σκόπιμες ή αποτέλεσμα γνήσιας θλίψης, οι νεκρολογίες του είδους ακολουθούν συνήθως τον ίδιο κανόνα. Περιγράφουν μάλλον όσους τις γράφουν και τις εκφωνούν, τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους, παρά την προσωπικότητα εκείνου που αναχώρησε χωρίς γυρισμό. Και ας απαριθμούν όσα αποτέλεσαν οδηγό της ζωής του.

Ο Σπύρος, λοιπόν, δεν ήταν ξεχωριστός. Αυτό τον ξεχώριζε, όσο κι αν φαίνεται μια τέτοια άποψη παραδοξολογία. Ηταν αυτό που λέμε παιδί του λαού, μεγαλωμένο στο βαθύ σκοτάδι μετά τον Εμφύλιο, που στρατεύτηκε στην υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, όπως πλήθος από όμορφα αγόρια και κορίτσια μιας δύσκολης εποχής. Και αν αρνιόταν κάτι, εκτός φυσικά κι από την ελάχιστη έστω υποχώρηση από τις ιδέες του, ήταν να ξεχωρίζει. Εξόριστος, στέλεχος, βουλευτής, γραμματέας, όποιος κι αν ήταν ο σταθμός της διαδρομής του, δεν έπεσε ποτέ στην παγίδα που καταπίνει πολλούς στην πολιτική, ακόμα και αριστερούς: στη γοητεία της δημοσιότητας, του Εγώ, του ξεχωριστού.

«Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά», έγραψε ο κομμουνιστής Γιάννης Ρίτσος. Ο Σπύρος δεν χρειάστηκε να το μάθει αυτό. Οι ταγμένοι γονείς, η εκ γενετής αιμορραγία, οι διώξεις της οικογένειας, η δουλειά μέσα στο κρύο, τα νερά και τις βαριές μυρωδιές, από τα παιδικά του χρόνια, το επτατάξιο νυχτερινό γυμνάσιο, καθόρισαν τις λέξεις και τις σιωπές του. Την αυθόρμητη και επίμονη αντίσταση σε ό,τι απομακρύνει από τις ρίζες, για να υποκλιθεί στην προσωπική προβολή και «επιτυχία». Οχι με έναν τρόπο του τύπου «Κοιτάξτε πόσο απλός είμαι», αλλά με έναν τρόπο εντελώς φυσιολογικό. Γι’ αυτό εξάλλου ήταν ο Σπύρος σκέτο για όσους συνεργάζονταν μαζί του και βάδιζαν στον ίδιο δρόμο μ’ αυτόν.

Μια ήρεμη αφοσίωση, χωρίς ανούσιες επιδείξεις, ήταν όλη η διαδρομή του. Να σμίγει με τον κόσμο, να κινείται μέσα σε όσους ήθελε να εκπροσωπεί, να τραγουδάει, να πολεμάει –και να βρίζει κάποτε– με μια γνήσια λαϊκότητα. Η στάση του καθόριζε την εμπιστοσύνη απέναντί του. Η εντιμότητα των ιδεών και της καθημερινής πράξης, η πηγαία ευγένεια στην αντιμετώπιση ακόμα κι εκείνων που βρέθηκαν σε άλλους δρόμους, η άσκηση στη σεμνότητα, υπήρξαν η ταυτότητά του. Σήκωσε μαζί με χιλιάδες νέες και νέους το βάρος της κληρονομιάς εκείνων που τα έδωσαν όλα στα χρόνια της Κατοχής και μετέπειτα. Και το έκανε με χαρά και υπερηφάνεια, όσο κι αν κόστιζε. Ετσι είναι διπλή η θλίψη από το φευγιό του. Για τον ίδιο. Αλλά και για όσους αρνήθηκαν να ξεχωρίσουν και χάνονται σιγά σιγά στον ορίζοντα…

Θανάσης Καρτερός
Εφημερίδα των Συντακτών