Ο Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε, όμως πριν φύγει, από πολύ νωρίς στη ζωή του, φρόντισε να αφήσει το δικό του στίγμα στο επουράνιο σκοτάδι που καταπλακώνει τη χώρα μας εδώ και δυο αιώνες που ξανασυγκροτηθήκαμε. Και το έκανε κι αυτό με το έτσι θέλω, αναρχικά, ρεμπέτικα. Όπως ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του. Κι έτσι από εδώ και μπρος:
Θα γυρίζει πάντα καθυστερημένος μέσα στην παραλλαγή του στα στενά της Αθήνας και θα βλέπει παραξενεμένος τα τανκς να γυρίζουν τους άδειους δρόμους. Καλά κινητοποιήθηκαν όλα τα τεθωρακισμένα να τον βρουν επειδή άργησε να πάει στη μονάδα του; Ήταν ξημερώματα της 21ης Απριλίου στη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη. Μια ταινία που δε γίνεται να μην έχει πάρει όσκαρ.
Θα είναι πάντα εκείνος ο «τρελός» Αριστερός ρομαντικός καλλιτέχνης που θα τσακώνεται με τον πιο κυνικό Μίμη Χρυσομάλλη στην Άρπα Κόλλα για μια ταινία γιοφύρι της Άρτας που ολημερίς τη χτίζουνε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
Θα χορεύει κρίπικα με βλέμμα που σκοτώνει τον «Ρασπούτιν» κάτω από το μπαλκόνι της Χρυσάνθης του στην πιο ΜΕΤΑ καντάδα στην ιστορία του ελληνικού σινεμά μέχρι να μπει στη σκηνή ο Διαμαντόπουλος και να τον αρχίσει στις καρπαζιές.
Θα του δείχνει ο υπέροχος Ξενίδης την αφίσα του Λένιν κι αυτός μαγκωμένος θα τον αναγνωρίζει ως Βενιζέλο για να μη μπλέξει χειρότερα, να μη στιγματιστεί κι άλλο.
Θα γράφει γράμματα πάνω στο παράθυρο στον φίλο του τον Χρόνη Μίσσιο. Θα κοιτάζει την φωτογραφία τους από την θάλασσα. Πρέπει να φτιάχτηκαν από το ίδιο ύφασμα αυτοί οι δύο.
Θα είναι ο δημοσιογράφος που παίρνει τις συνεντεύξεις στην άλλη ταινία του –εξαιρετικού, άμεσου, λαϊκού και με ταξική συνείδηση- Μαραγκού, από τον Παραθυράκια, τον Βρυκόλακα, τον Κώστα Τσάκωνα που θα μας ενημερώνει πώς γίνονται οι σωστές δηλώσεις για τους βιομηχάνους.
Θα μελοποιεί σαν τελευταίος ρεμπέτης τα ποιήματά του, όσο μεγάλωνε τόσο θαρρείς πως δε γινόταν να φύγει το μπουζούκι κι ο μπαγλαμάς από το χέρι του, ο Μπάμπης βγήκε από το Ρεμπέτικο κι έγινε αδιόρθω αναρχί, ο τελευταίος που μάλλον έκλεισε και την πόρτα.
Θα είναι αυτός που θα προτιμήσει να πάει και στην οικοδομή να μην παίξει ρόλους που δεν του ταιριάζουν.
Θα αναστήσει το γράμμα του Καραϊσκάκη και θα το κάνει εμβατήριο στα χρόνια των μνημονίων, στις μεγάλες διαδηλώσεις, θα πετάξει μια σπίθα σε μια πυρκαγιά που ερχόταν μα δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό της, σε μια τελευταία εποχή, πριν συνηθίσουμε όλοι στην μαθημένη αβοηθησία, πριν μάθουμε στην καρπαζιά, στα αναλγητικά και στις εθιστικές ουσίες.
Θα περπατά μονάχος του προς τις μεγάλες πλατείες για τις επικές συγκεντρώσεις της γενιάς μας, εκεί τον είχα συναντήσει, αγέρωχος και χαμογελαστός να γίνεται ένα με εμάς για να ακούσει τις ομιλίες του Γλέζου και του Μίκη Θεοδωράκη.
Μέχρι το τέλος θα γράφει σατιρικά τραγούδια για τους οπεκεπέδες. Τίποτα δεν τον πτόησε άλλωστε. Ούτε καν όταν του βανδάλισαν το Τρενοτεχενείο, την καλλιτεχνική του παραγκούπολη. Τότε που γύριζε προς την κάμερα κι έλεγε με λυγμούς ανάμεσα σε κατεστραμμένα μουσικά όργανα, μάρμαρα και σκόρπια ποιήματα ότι αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ.
Στο μυαλό μου θα τον έχω πάντα ως τον Νίκο Παπάζογλου του σινεμά. Μια μοναδική περίπτωση.
74 χρόνια θα είναι αυτός που θα σηκώνεται στο δικαστήριο ανάμεσα στις Αρχές και στους ταγούς του τόπου και θα φωνάζει…
«ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΡΕ!»
