Για εκείνους που όλη τους η ζωή είναι γράψιμο (εκατομμύρια λέξεις πέρασαν από τα δάχτυλά τους) και που, ακόμα, έχουν το λάπτοπ ή τον υπολογιστή συνεχώς αναμμένο σαν τζάκι τον χειμώνα σε ορεινό χωριό, που δεν σβήνει ποτέ, τα παλιά κείμενά τους φαίνονται μακρινοί πρόγονοι της δουλειάς τους. Ένα τέτοιο κείμενό μου βρήκε, μου έστειλε και δημοσίευσε, ο συνάδελφος Άγγελος Μενδρινός –ένας επίμονος λάτρης των δημοσιογραφικών αναδιφήσεων. Γράφτηκε σαν σήμερα, ακριβώς 40 χρόνια πριν, στις 16 Ιουνίου 1986, ημέρα Δευτέρα, και δημοσιεύτηκε την επομένη στην Αθλητική Ηχώ. (Ο αγώνας είχε διεξαχθεί στις 15 Ιουνίου, βαθιά μεσάνυχτα για την Ελλάδα).
Πώς σου φαίνεται, κύριέ μου, ένα δημοσίευμά σου τέσσερις δεκαετίες μετά; Σαν από ξένο γραμμένο; Σαν ξενιτεμένο τέκνο που ξαφνικά παλιννόστησε; Σαν «ποιος είναι ο νέος που το υπογράφει;» Και πόσα λάθη βρίσκεις! Πόσες απορρίψεις κάνεις! Αλλά και πόση αγάπη για κάτι που γράφτηκε όταν τα εγκεφαλικά σου κύτταρα ήταν σε πλήρη διάταξη και οι σωματικές σου αντοχές αστείρευτες για να ξενυχτάς, να γράφεις, να ξαναξενυχτάς, να ξαναγράφεις –όπως στο τρελό Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό με τις παράξενες ώρες μετάδοσης– και ο Μίμης, ο καφετζής της Κωνσταντινουπόλεως, να μη σε προλαβαίνει σε καφέδες για να σταθείς στητός απέναντι στα λευκά χαρτιά που θα έπρεπε να γίνουν χειρόγραφα ή δακτυλόγραφα.
- διαβάστε τη συνέχεια του κειμένου του Διονύση Βραϊμάκη στο Harddog ΕΔΩ
