«Πωλείται: Κρεολή μαύρη γυναίκα, 25 ετών. Γέννησε πριν από 10 μήνες, έχει γάλα χωρίς παιδί. Μαγειρεύει, φτιάχνει γλυκά, σιδερώνει και ράβει». Η αγγελία δημοσιεύθηκε το 1859 στη βραζιλιάνικη εφημερίδα Diario de Pernambuco.
Από τον 16ο αιώνα ώς τα τέλη του 19ου πέντε εκατομμύρια Αφρικανοί απήχθησαν και μεταφέρθηκαν βίαια στη Βραζιλία. Εγιναν σκλάβοι. Οχι όλοι, όσοι επέζησαν από τις άθλιες συνθήκες της θαλάσσιας μεταφοράς. Τα τελευταία 24ωρα οι δουλέμποροι τους τάιζαν λίγο καλύτερα για να ψευτο-δυναμώσουν και να τους πουλήσουν πιο ακριβά.
Προ ημερών η Βραζιλία τίμησε την 138η επέτειο από την επίσημη κατάργηση της δουλείας, τον Μάιο του 1888. Ηταν η τελευταία λατινοαμερικανική χώρα που απελευθέρωσε τους σκλάβους. Η απόφαση εξόργισε τους γαιοκτήμονες γιατί έχασαν περιουσιακά στοιχεία με σάρκα και οστά.
Η Ιστορία δεν είναι νομοτελειακός μηχανισμός με χρονικά στεγανά. Τα φαντάσματα των σκλάβων πλανιούνται και σήμερα στην αχανή χώρα των 210 εκατομμυρίων κατοίκων. Εδώ και έναν χρόνο η εισαγγελία του Ρίο ντε Τζανέιρο ξεκίνησε μεγάλη έρευνα για να ρίξει φως σε μια άγνωστη πλευρά του θλιβερού φαινομένου: τις καταθέσεις σκλάβων στη δημόσια τράπεζα Caixa Econômica Federal.
Οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι συγκέντρωναν μικροποσά με αίμα και ιδρώτα. Τους θέρμαινε η ελπίδα ότι θα μαζέψουν το αντίτιμο για την εξαγορά της ελευθερίας τους. Να υπογράψει δηλαδή ο αφέντης τη διαβόητη alforría, ένα απολυτήριο έγγραφο, εισπράττοντας χρήματα για τη «ζημία» που θα υφίστατο. Πολλές τραπεζικές καταθέσεις βάλτωναν. Η τράπεζα τις άρπαζε και τις επένδυε σε επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν άλλους σκλάβους σε κλάδους-κλειδιά για τη βραζιλιάνικη οικονομία: ζάχαρη, ξυλεία, χρυσός, διαμάντια, καπνός, καφές και βαμβάκι. Ηδη έχουν εντοπιστεί 158 λογαριασμοί σκλάβων στα αρχεία αυτής της δημόσιας τράπεζας που παραμένει ένα από τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Βραζιλίας. Η εισαγγελική έρευνα ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιου αγώνα της οργάνωσης Quilombo, raza e clase («Κιλόμπο, φυλή και κοινωνική τάξη») η οποία διεκδικεί δυναμικά αποζημιώσεις για τους απογόνους των Αφρικανών σκλάβων. Ο αρμόδιος εισαγγελέας Ζούλιο Αραούζο θεωρεί ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί που εντοπίστηκαν είναι μικρό τμήμα όσων υπάρχουν. «Στόχος μας δεν είναι να κάτσει κάποιος στο εδώλιο. Είναι να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια. Το αν θα καταβληθούν ή όχι αποζημιώσεις είναι πολιτική επιλογή», λέει.
Το ζήτημα παραμένει επίκαιρο επειδή αποτελεί τη ρίζα της ανισότητας που κυριαρχεί στη χώρα της Νότιας Αμερικής. Πάνω από τους μισούς Βραζιλιάνους κατάγονται από σκλάβους, το 55% του πληθυσμού είναι μιγάδες ή μαύροι. Οσο για την ελευθερία, αποδείχθηκε δώρο άδωρο. Οι περισσότεροι πρώην σκλάβοι βρέθηκαν να στροβιλίζονται στη δίνη μιας απόλυτης εξαθλίωσης, χωρίς εργασία, εκπαίδευση ή γη, πλημμυρίζοντας τις φαβέλες. Παράλληλα οι αρχές ενθάρρυναν τη μετανάστευση Ευρωπαίων, Ασιατών και Αράβων, προσφέροντάς τους καλλιεργήσιμες εκτάσεις-φιλέτα και επιχειρησιακά προνόμια.
«Ηταν μια συμφωνία “δύο σε ένα”: αφ’ ενός αντικαθιστούσαν το εργατικό δυναμικό που χάθηκε με την κατάργηση της δουλείας και, ταυτόχρονα, “λεύκαιναν” τον πληθυσμό της Βραζιλίας», γράφει η ισπανική εφημερίδα El Pais σε ανταπόκριση από το Σάο Πάολο. Οι Αφροβραζιλιάνοι εξακολουθούν σήμερα να είναι φτωχότεροι, να έχουν χειρότερες δουλειές και να πεθαίνουν νωρίτερα από τους λευκούς συμπατριώτες τους. Αλλο το μαγκανοπήγαδο της βιοπάλης, άλλο οι telenovelas.
