Κατ’ αρχάς, εκείνο που έρχεται και ξανάρχεται και στη δεύτερη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τους αρίστους της Ν.Δ. είναι η φλεγόμενη και μηδέποτε καιόμενη λέξη που χαρακτηρίζει τη μεγάλη εθνική παράταξη: το ρουσφέτι. Για τους σπόρους, τους εμπόρους, τους απόρους -λέμε τώρα- τους έχοντες χρείαν από πόρους, φροντίζει ο υπουργός, ο βουλευτής, ο πολιτευτής. Είναι στον πυρήνα των καθηκόντων του να συντρέχει τους πολίτες, είπε ένας από τους εμπλεκόμενους. Ενώ ο φαφλατάς Αδωνις, ειδικός περί την ελληνική και την ηθική, μας ενημέρωσε, λες και δεν το ξέραμε: το ρουσφέτι ήταν ανέκαθεν θεμιτή και τρέχουσα πρακτική. Δεν θα βάλουμε κόσμο φυλακή γι’ αυτό.
Ο ευγενέστερα εκφραζόμενος Χατζηδάκης είπε επ’ αυτού ότι δεν πιστεύει πως για κάποια εξυπηρέτηση θα κριθούν αρνητικά οι δράστες της δεξιάς αλληλεγγύης. Δεν πιστεύει... Εν ολίγοις, αφού έβγαλαν εαυτόν λάδι για τα Τέμπη και κήρυξαν φυσικό φαινόμενο τις υποκλοπές, τώρα εντάσσουν και τα των σπόρων και των πόρων των απόρων στην επικράτεια της κανονικότητας. Της δικής τους κανονικότητας, για να είμαστε πιο ακριβείς. Που συνοδεύει ανυπερθέτως το έγκλημα με το ξέπλυμα. Τη λοβιτούρα με την παρτιτούρα -το άσμα ασμάτων της συγκάλυψης. Με μια μεγάλη ποικιλία από νότες. Από τους παιάνες του Αδώνιδος μέχρι το νανούρισμα του Χατζηδάκη και τα κοντάκια του Καραμανλή, καμιά μελωδία δεν είναι ντροπή.
Θα αδικούσαμε όμως τον Μητσοτάκη και τη φάρμα του αν δεν υπογραμμίζαμε τη συμβολή τους στην αισθητική της πολιτικής. Και δεν μιλάμε μόνο για το ρουσφέτι, υψηλή αισθητικώς έννοια, που όμως απαντάται λίγο πολύ στην τετριμμένη καθημερινότητα, χάρις και στην εκσυγχρονιστική υιοθέτηση και χρήση της από το ΠΑΣΟΚ. Μιλάμε για καινούργιους ορίζοντες. Ο Χασάπης για παράδειγμα και ο Φραπές, στην προηγούμενη δικογραφία. Και στην τελευταία, τα φορετά και τα χεράτα του Σκρέκα, με τα οποία ο αυτόματος διορθωτής κλοτσάει, καθώς είναι νέας κοπής λέξεις. Και «ο κόσμος τούμπα», μια έξοχη έννοια για το πώς ελίσσεται κανείς στην παρανομία με αισθητική κομψότητα.
Με μία δόση υπερβολής θα μπορούσε κανείς να πιστώσει στον Μητσοτάκη τη δημιουργία καθεστώτος όχι μόνο στις χρήσεις και καταχρήσεις των εξουσιών, αλλά και στην ανακατασκευή, κατασκευή και οικοσκευή, που λέει ο λόγος, της αισθητικής. Και προφανώς αποτελεί απόδειξη της αισθητικής τους υπεροχής η λαϊκή χυδαιότητα που αντιπαρατίθεται στη αριστοκρατική -βλέπε Σκρέκας- ποιότητα: μπουζούριασμα, ψειρού, βραχιολάκια, της φυλακής τα σίδερα είναι για τους αρίστους, και άλλα παρόμοια. Εθνικώς βλαπτικά, αλλά και εντελώς αντιαισθητικά και ανίκανα να εκφράσουν το τρύπωμα στα ταμεία ως αλληλεγγύη, τη λοβιτούρα ως στήριξη των απόρων και τις απάτες ως καταθέσεις -ψυχής εννοείται...
Θανάσης Καρτερός
Εφημερίδα των Συντακτών
