Στην πρόσφατη συνέντευξη Τύπου της Ενωσης Ελληνικού Ντοκιμαντέρ και της Πρωτοβουλίας «Ο Πολιτισμός Απών» με αίτημα την ενίσχυση του ελληνικού ντοκιμαντέρ, αλλά και των εκπομπών πολιτιστικού περιεχομένου στη Δημόσια Τηλεόραση, συνάντησα τουλάχιστον δύο συναδέλφους που ανήκουν στο μόνιμο δυναμικό της ΕΡΤ και είναι από τις εξαιρετικές όσο και γνωστές περιπτώσεις του Πολιτιστικού Ρεπορτάζ.
Με γνώσεις, με «χιλιόμετρα» στον χώρο, με ικανότητα επισήμανσης και προβολής της καλλιτεχνικής πρότασης που λειτουργεί ταυτόχρονα παιδευτικά και ψυχαγωγικά και που σε πάει ένα βήμα μπροστά μαζί με τη σκέψη και την αισθητική σου, έχουν και οι δύο ένα ακόμα κοινό: είναι εδώ και καιρό στον «πάγκο».
Οι εκπομπές τους δεν υφίστανται: έχουν θεωρηθεί άραγε «περιττές» ή «μη εμπορικές»; Ή φταίει ότι και οι δύο έχουν αμελήσει αυτά τα τελευταία χρόνια να εντρυφήσουν στο ρεπορτάζ Eurovision για την οποία η Δημόσια Τηλεόραση δεν φείδεται χρημάτων και χρόνου;
Ο,τι κι αν συμβαίνει έχουν και οι δυο εξίσου αναγκαστεί να περιορίζουν τη δημιουργικότητά τους αλλά και τη δυνατότητα πολιτιστικής παρέμβασης στο πλαίσιο μίας έκτακτης πολιτιστικής είδησης που θα στριμωχτεί στα τελευταία δευτερόλεπτα ενός ειδησεογραφικού δελτίου. Ετσι είναι.
Ακόμα και για τη Δημόσια Τηλεόραση πλέον όσα θα διαβάσετε π.χ. σ’ αυτές τις «Νησίδες» ή στις επόμενες είναι λιγότερο σημαντικά από το γαλλικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και σίγουρα ασήμαντα μπροστά στο φετινό τραγούδι της Φινλανδίας από το οποίο κινδυνεύει η δημοτικότητα του Ακύλα. Το ίδιο ασήμαντος θα ήταν ενδεχομένως ένας κύκλος ντοκιμαντέρ, όπως υπήρξε το ιστορικό «Παρασκήνιο» ή πιο πρόσφατα «Τα Στέκια».
«Η ΕΡΤ είναι εκτός των άλλων η οπτική και ακουστική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας και περιλαμβάνει ένα εθνικό οπτικοακουστικό κεφάλαιο. Τι θα μείνει στο αρχείο της από αυτήν την εποχή;» αναρωτιόντουσαν στη συνέντευξη Τύπου οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, οι ίδιοι που εντόπιζαν το οξύμωρο, στο αφιέρωμα για τα 60 χρόνια της δημόσιας τηλεόρασης, τη μερίδα του λέοντος να καταλαμβάνουν τα θέματα και τα πρόσωπα του Πολιτισμού. Μήπως γιατί ο πολιτισμός είναι κατάλληλος ως prestige και ως μνημείο, αλλά πέραν των πιο ανάλαφρων εκπομπών lifestyle -στις χαραμάδες των οποίων μπορεί να ξεγλιστρήσει και λίγος σύγχρονος πολιτισμός- των εκπομπών στο ύφος του «Στην υγειά μας ρε παιδιά» και των ξένων παραγωγών ντοκιμαντέρ που στοιχίζουν λιγότερο, είναι αν όχι περιττός για τον σύγχρονο τηλεθεατή/ακροατή πάντως λιγότερο σημαντικός από ένα ματς Ρενς-Τουλούζ;
Ακόμα και για τη Δημόσια Τηλεόραση πλέον όσα θα διαβάσετε π.χ. σ’ αυτές τις «Νησίδες» ή στις επόμενες είναι λιγότερο σημαντικά από το γαλλικό ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και σίγουρα ασήμαντα μπροστά στο φετινό τραγούδι της Φινλανδίας από το οποίο κινδυνεύει η δημοτικότητα του Ακύλα. Το ίδιο ασήμαντος θα ήταν ενδεχομένως ένας κύκλος ντοκιμαντέρ, όπως υπήρξε το ιστορικό «Παρασκήνιο» ή πιο πρόσφατα «Τα Στέκια».
«Η ΕΡΤ είναι εκτός των άλλων η οπτική και ακουστική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας και περιλαμβάνει ένα εθνικό οπτικοακουστικό κεφάλαιο. Τι θα μείνει στο αρχείο της από αυτήν την εποχή;» αναρωτιόντουσαν στη συνέντευξη Τύπου οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Ντοκιμαντέρ, οι ίδιοι που εντόπιζαν το οξύμωρο, στο αφιέρωμα για τα 60 χρόνια της δημόσιας τηλεόρασης, τη μερίδα του λέοντος να καταλαμβάνουν τα θέματα και τα πρόσωπα του Πολιτισμού. Μήπως γιατί ο πολιτισμός είναι κατάλληλος ως prestige και ως μνημείο, αλλά πέραν των πιο ανάλαφρων εκπομπών lifestyle -στις χαραμάδες των οποίων μπορεί να ξεγλιστρήσει και λίγος σύγχρονος πολιτισμός- των εκπομπών στο ύφος του «Στην υγειά μας ρε παιδιά» και των ξένων παραγωγών ντοκιμαντέρ που στοιχίζουν λιγότερο, είναι αν όχι περιττός για τον σύγχρονο τηλεθεατή/ακροατή πάντως λιγότερο σημαντικός από ένα ματς Ρενς-Τουλούζ;
Ναταλί Χατζηαντωνίου
Eφημερίδα των Συντακτών
Eφημερίδα των Συντακτών
