Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024

Ένας «ακαδημαϊκός παράδεισος»;


Γράφει η Σοφία Βιδάλη

Εν μέσω μιας συγκυρίας όπου βρίσκονται σε εξέλιξη έρευνες για υποθέσεις που έχουν συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία, έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση για το θέμα ιδιωτικών πανεπιστημίων χωρίς να έχει κατατεθεί κανένα Σχέδιο Νόμου!
Σε αυτήν την νέα πρωτοβουλία συμβαίνουν όσα κατ΄ επανάληψη έχουν συμβεί σχεδόν 15 χρόνια τώρα, με αιχμή μια επικοινωνιακή επιτηδευμένη καμπάνια δυσφήμισης των πανεπιστημίων και της πανεπιστημιακής κοινότητας στο σύνολο της.

Στο πλαίσιο της, μεταξύ άλλων, επίσημα διαβεβαιώνεται, ότι βρέθηκε τρόπος (και το λένε!), να παρακαμφθεί το Σύνταγμα και δηλώνεται, ότι ο φοιτητικός συνδικαλισμός είναι λίγο πολύ έγκλημα με αφορμή το θέμα των καταλήψεων, που έχουν γίνει τα πάντα για να απαξιωθούν και να λήξουν. Ατυχή, οφείλω να παραδεχθώ, τα σχήματα απαξίωσης, καθώς το δίπολο μειοψηφία – πλειοψηφία που προτάχθηκε, ισχύει για όλα: από τις βουλευτικές εκλογές έως τις δικαστικές αποφάσεις και με αυτή τη λογική π.χ. η παρούσα κυβέρνηση εκλέχθηκε από το 40,5 % του 53,7% του εκλογικού σώματος!

Αλλά και η παραβολή των φοιτητών με ληστές ήταν ατυχής και άδικη, αν και δείχνει μια πάγια αντίληψη και στάση απέναντι στην κοινωνική διαμαρτυρία και το συνδικαλισμό, που εμπνέεται από το δόγμα «νόμος και τάξη», στο πλαίσιο του οποίου κάθε διατάραξη μιας ισορροπίας, κάθε διεκδίκηση, θεωρείται έγκλημα. Η κατάληψη είναι μια παμπάλαιη πολιτική πρακτική, που νομιμοποιείται από το βαθμό συμμετοχής των διαμαρτυρομένων (εδώ των φοιτητών) -ποτέ από τους διοικούντες- και είναι οι ίδιοι, που πρέπει να περιφρουρήσουν αυτές τις διαδικασίες.

Η εστίαση όμως στις καταλήψεις ακόμα και έτσι, αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το βασικό ερώτημα, που είναι εάν πρέπει ή δεν πρέπει η ανώτατη εκπαίδευση να είναι υπό την αιγίδα και την εποπτεία του κράτους, δηλαδή δημόσια. 
Πρόκειται για το θεμελιώδες πολιτικό ερώτημα, που παραπέμπει στην εξέταση των πολιτικών λόγων εξαιτίας των οποίων θεσπίστηκε το ισχύον καθεστώς εδώ και πάρα πολλά χρόνια και όχι μόνον στην Ελλάδα.

Αξίζει επομένως να δούμε τους λόγους αυτούς:
  • Τα πανεπιστήμια που προσφέρουν τη δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας είναι τα δημόσια πανεπιστήμια: εκεί που δεν υπάρχουν δίδακτρα για να φοιτήσει κάποιος στο πανεπιστήμιο. Διότι ακόμα και με τα φροντιστήρια, υπάρχουν πάρα πολλά παιδιά, ιδίως παιδιά που μένουν σε αγροτικές περιοχές και μικρά αστικά κέντρα σε νησιά και δύσβατες περιοχές, που δεν παρακολουθούν φροντιστήρια, που επιτυγχάνουν στις πανελλαδικές εξετάσεις και μάλιστα με εξαιρετικές επιδόσεις.
  • Τα πανεπιστήμια που δεν εξαρτούν τη βαθμολογία των φοιτητών τους από το πόσο πληρώνουν οι γονείς τους σε δίδακτρα είναι τα δημόσια πανεπιστήμια: δεν προκύπτει από πουθενά και μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, ότι η ευπορία των γονέων δεν επιδρά στην «πιστοποίηση» της επίδοσης των φοιτητών. Δεν πρόκειται για σπάνιο φαινόμενο πάντως είτε πρόκειται για διάσημα είτε για άσημα πανεπιστήμια.
  • Το πανεπιστήμιο που προωθεί και προάγει την επιστημονική έρευνα για το κοινό καλό, ανεξαρτήτως της οικονομικής απόδοσης, είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο: μόνο αυτό μπορεί να χρηματοδοτεί επιστήμονες να κάνουν έρευνα και να παράγουν γνώση που θα κάνουν τη ζωή μας καλύτερη. Το ίδιο συμβαίνει και με την ελευθερία της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, όπως και με τις εργασιακές σχέσεις που επικρατούν στην ιδιωτική εκπαίδευση ιδίως σε χώρες που διάγουν σε μακροχρόνιες κρίσεις απασχόλησης κλπ.
  • Το πανεπιστήμιο που διαμορφώνει την ελευθεροφροσύνη και την ιδέα του πολίτη, το ενδιαφέρον για τα δημόσια αγαθά και το δημόσιο συμφέρον, την ανοχή στο διαφορετικό χωρίς ταξικές ή άλλες παραμέτρους, δηλαδή βασικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της Δημοκρατίας είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο. Το πανεπιστήμιο που μπορεί να υπαχθεί στις ανάγκες της κοινωνίας και να συμβάλλει στην κοινωνική ανάπτυξη και όχι μόνον στην οικονομική, είναι το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Υπάρχει επίσης και ένα άλλο ζήτημα: από πού προκύπτει ότι όποιος έχει χαμηλούς βαθμούς στο λύκειο δεν μπορεί να προχωρήσει σε πανεπιστημιακές σπουδές; Προφανώς από πουθενά, γι αυτό και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι ανοικτά σε αυτούς τους φοιτητές. 
Το περαιτέρω ζήτημα είναι ότι τελικά θα μείνουν εκτός ΑΕΙ, όχι αυτοί που δεν έχουν την απαραίτητη βαθμολογία, αλλά εκείνοι που δεν έχουν ούτε την απαραίτητη βαθμολογία, ούτε τα απαραίτητα χρήματα για να πληρώσουν τις σπουδές τους. Και επειδή ούτε σοβαρή τεχνολογική εκπαίδευση έχουμε, δεν προβλέπεται αυτά τα παιδιά να μπορούν, να απορροφηθούν σε μια αγορά εργασίας που ζητάει όλο και περισσότερη εξειδίκευση. Μάλλον επομένως προορίζονται για να απασχοληθούν στον κλάδο της εστίασης, στον τουρισμό κλπ. ως ανειδίκευτοι. Αυτή είναι η πραγματικότητα δυστυχώς.

Αλλά και το επιχείρημα περί εξοικονόμησης πόρων για τις οικογένειες των φοιτητών είναι σαθρό, μια που όπως ξέρουμε χιλιάδες φοιτητές στις ΗΠΑ και αλλού και δάνεια έχουν συνάψει για να τελειώσουν τις σπουδές τους και δουλεύουν για να τα ξεπληρώσουν. Απλά τα χρήματα που δίνουν οι γονείς στα φροντιστήρια, θα μετατοπιστούν στα δίδακτρα και οι τράπεζες θα κερδίζουν από τα φοιτητικά δάνεια. Και επομένως και θα διαλυθεί ο κλάδος των ιδιωτικών φροντιστηρίων και οι τράπεζες θα κερδίσουν και οι γονείς θα πληρώνουν.
  • Για αυτούς και άλλους πολλούς λόγους το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποφάσισε πριν από περίπου μισό αιώνα, ότι η ανώτατη παιδεία τελεί υπό την αιγίδα του κράτους, εξασφαλίζοντας το αυτοδιοίκητο, την ακαδημαϊκή και δημοκρατική λειτουργία των πανεπιστημίων για να μπορούν όλοι σπουδάζουν, εφόσον το θέλουν, να μπορούν οι επιστήμονες να κάνουν έρευνα χωρίς να εξαρτώνται από την έγκριση του ιδιώτη χρηματοδότη, να διδάσκουν όσοι έχουν συγκεκριμένα προσόντα και να διοικούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ΔΕΠ, χωρίς να παρεμβαίνει η πολιτική εξουσία και κάθε κυβέρνηση.
Ο λόγος υπέρ της λειτουργίας και των ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν έχει κανένα άλλο κοινωνικό ή επιστημονικό κριτήριο ή επιχείρημα, πέρα από την ιδεοληψία και το χρήμα και διατυπώνεται ευθέως και ρητά. Εκτός του ότι η ανώτατη παιδεία δεν πρέπει να είναι εμπορεύσιμο αγαθό με όρους ελεύθερης αγοράς, ένα ακόμα ερώτημα είναι γιατί να δείξουν κάποιοι επενδυτές ιδιώτες τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για μια τόσο μικρή αγορά, όπως είναι η ελληνική; Με τι φορολογία και με ποιους όρους θα επενδύσουν εδώ; Που και πως; Θα γίνει ότι έγινε με άλλους κλάδους τη δεκαετία 50 και 60;

* Η Σοφία Βιδάλη είναι Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας- Πάντειο Πανεπιστήμιο - Το κείmeνό της δημοσιεύτηκε στο TVXS (1.1.2024)