Σάββατο 10 Ιουνίου 2023

Αποχαιρέτα τη Μύκονο που χάνεις (τώρα κλαις, γιατί κλαις;)


Ανατέλλει ο ήλιος, φωτάει ο τόπος, που τον χάνεις που τον βρίσκεις που τον χάνεις τον ρεπόρτερ Ξανθάκη, καφέ στο Κολωνάκι πίνει. Το οποίο Κολωνάκι, έτσι και πας μεσημέρι είναι πραγματική κατάρα Θεού, αλλά εκεί κατά τις οκτώ, οκτώμιση το πρωί ζωγραφιά σκέτη μοιάζει.

Και φυσικά είναι τεντωμένο το αυτί του ρεπόρτερ, τύπου Φρίαρς κι έτσι, πιάνει συζητήσεις από τρία τραπέζια μακριά. Όπως εκείνη που άκουσα χτες, με μαγαζάτορα από τη Σαντορίνη από τη μία να περηφανεύεται ότι κονομάει κι από την άλλη να κλαίγεται για την κατάσταση με τα απορρίμματα στο νησί:
«Ένα αεράκι να φυσήξει και γεμίζει ο τόπος σακούλες σκουπιδιών», ήταν το παράπονό του.

Πόνος αβάσταχτος, πραγματικά, που με γύρισε κάτι χρόνια πίσω, σε ένα ρεπορτάζ στα όρια του απόκρυφου, όπου είχε αποκαλυφθεί ότι σκουπίδια από τη Μύκονο είχαν μπαρκάρει στο φέρι μποτ και είχαν έρθει τσάρκα στην Αττική για να θαφτούν σε τοπική χωματερή. Εξανέστησαν οι ανευθυνοϋπεύθυνοι βεβαίως, βεβαίως, διετάχθη ΕΔΕ βεβαίως, βεβαίως, σχηματίσθηκε φάκελος βεβαίως, βεβαίως, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε έκτοτε. Κίτρινο γράμμα στο συρτάρι που λέει και το τραγούδι του Πάριου…

Μιλάω για Μύκονο, όμως, την αναφέρω και στον σημερινό τίτλο, διότι έπεσε το μάτι μου σε ένα ρεπορτάζ οικονομικής ιστοσελίδας με μαύρα νέα για το νησί των ανέμων και των ματσωμένων.
Πάρε τίτλο να σαλεύει:
«Ξαφνικό σοκ στη Μύκονο με 20% πτώση της κίνησης – Οι υψηλές τιμές απωθούν τους τουρίστες».
Και υπότιτλο να σπαρταράει:
«Ενώ όλα έδειχναν ότι το καλοκαίρι του 2023 θα μείνει στην τουριστική ιστορία της Μυκόνου ως εκείνο με το μεγαλύτερο τζίρο, οι αφίξεις και η αγοραστική κίνηση Απριλίου και Μαΐου δεν εκπλήρωσαν τις πολύ υψηλές προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί.»

Αυτά συμβαίνουν όταν χρεώνεις:
* 836 ευρώ για έξι μερίδες καλαμαράκια και έξι μπίρες
* 600 ευρώ για ένα πιάτο καβουροπόδαρα και δύο κοκτέιλ
* 600 δολλάρια για ένα πιάτο στρείδια
* 1.500 ευρώ για δύο πιάτα, μια σαλάτα και ψωμί
* 800 ευρώ για δύο ποτά, τέσσερα καβουροπόδαρα και μία σαλάτα
* 1.205,60 ευρώ για ένα μπουκάλι κρασί, δύο μη αλκοολούχες Pina Colada, λίγα καλαμάρια που «ήταν σαν λάστιχο» και ζυμαρικά που «δεν τρώγονταν»!

Από τη «δημοκρατία» τα αλίευσα τα ανωτέρω από σχετικό ρεπορτάζ που φιλοξένησε την περασμένη Παρασκευή.
Και θα βγει τώρα ο έξυπνος της παρέας και θα μου πει:
Καλά ρε Ξανθάκη, δεν ξέρανε κι αυτοί που πηγαίνανε; Δεν ξέρανε ότι η Μύκονος είναι πανάκριβη; Σοσιαλισμό και στην Άνω Μερά, θέλεις να μας πουλήσεις τώρα;

Εξηγούμαι, λοιπόν, κι εγώ για να μην παρεξηγούμαι:
Ουδεμία αντίρρηση έχω να υπάρχουν μέρη για πλουσίους, όπως η Μύκονος. Με γειά τους και χαρά τους και λογαριασμός δεν μου πέφτει. Αν εγώ, ως Έλλην πολίτης που πληρώνει τους φόρους του, μπορώ να έχω δυο-τρία ταπεινά ταβερνάκια κοντά στο κύμα να απολαμβάνω μαριδάκι και ρακή, γιατί τα βαριά πορτοφόλια να μην έχουν τη Μύκονο;

Ο καθένας τη δουλειά του και άμα τους αρέσει εκεί πέρα, καλή τύχη από εμένα. Όπως, άλλωστε, έχει σημειώσει και ο γνώστης Τάκης Θεοδωρακόπουλος (για τους φίλους Takis), το μεγάλο πρόβλημα των ματσωμένων είναι ότι λόγω πλούτου αναγκάζονται να κάνουν παρέα μεταξύ τους

Οπότε δεν είναι εκεί το ζήτημα, αλλού είναι. Το ζήτημα είναι όταν δεν σου φτάνουν τα χρυσά αυγά και αποφασίζεις να σφάξεις την κότα που σου τα προσφέρει. Συμβαίνει παντού ανά την Ελλάδα με την επενδυτική μανία στον τουριστικό τομέα, πλην όμως στη Μύκονο ξεπέρασε η κατάσταση κάθε όριο. Και αν δεν την μαζέψουν λίαν συντόμως (γίνομαι ολίγον Σόλων Γκίκας τώρα!), η πτώση δεν θα μείνει στο 20 %, αλλά θα φτάσει σε βάθη αβυσσαλέα. Και θα παρασύρει μαζί με τα λαμόγια και τους επαγγελματίες που προσπαθούν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους…

Χρήστος Ξανθάκης