Κυριακή 31 Μαΐου 2020

Το ευθυμογράφημα της... νέας κανονικότητας

Αν κοιτάξεις πέρα απ’ τον φόβο της μόλυνσης, αν βγάλεις τη μάσκα, βλέπεις την παρανομία εγκατεστημένη παντού ως πολιτική και οικονομική νομιμότητα

Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής

Επιστρέψαμε στη νέα κανονικότητα, λέει. Ποια νέα κανονικότητα; Η μόνη διαφορά της απ’ την προηγούμενη είναι ότι, που και που, παίρνει το μάτι σου κάνα σπασίκλα με μάσκα. Δεν τη φοράει, κρεμασμένη την έχει. Από τ’ αυτιά. Στο στόμα έχει κι αυτός το καλαμάκι του φραπέ. Όπως όλοι τριγύρω. Τα «τραπεζάκια έξω», φίσκα. Στη θέση τους, όπως πάντα, κι αυτά. Ούτε αποστάσεις, ούτε τίποτε. Και οι θαμώνες ο ένας πάνω στον άλλο.
- Τζάμπα το μέτρημα, λέω στον εύσωμο διπλανό μου..
που ρουφάει εσπρέσο φρέντο, κατεβάζοντας ταυτόχρονα κάτι γατοκέφαλα από ένα τεράστιο σάντουιτς που κρατά στο δεξί του χέρι -στο αριστερό το καλαμάκι του καφέ- αφήνοντας μικρούς στεναγμούς ευχαρίστησης.
- Πώς είπατε; με ρωτάει μπουκωμένος.
- Το μέτρημα, του φωνάζω: Οι φωτογραφίες στις εφημερίδες με τους ανθρώπους του Χαρδαλιά να μετράνε τις αποστάσεις από τραπέζι σε τραπέζι. Δεν τις είδες;
- Δεν διαβάζω εφημερίδες, κύριε, μου λέει πίσω απ’ τα δόντια,
με μια ριπή από ψίχουλα νοτισμένα με σταγονίδια... φρέντο να κατευθύνονται προς το μέρος μου.
- Και τι διαβάζεις, ρωτάω με δημοσιογραφική περιέργεια, ανεβάζοντας τη μάσκα -μην με πάρουν τα... σκάγια.
- Διαβάζω YouTube, απαντάει με άψογη οξφορδιανή προφορά...
Διαβάζει... YouTube, ενημερώνεται από ειδησεογραφικά σάιτ και μπλογκ, είναι 28, με σπουδές και μεταπτυχιακά στο Λονδίνο και «φυσικά άνεργος». Αδιαφορεί για τον κορωνοϊό και το lockdown, «θα μπορούσε να περιοριστεί στους ηλικιωμένους και τους χρόνια πάσχοντες από βαριά νοσήματα», ενδιαφέρεται μόνο για μια δουλειά στο αντικείμενό του: «γενετική ιατρική»...
-Ευκολάκι, τον χαιρέτισα με... αλληλέγγυο σαρκασμό.
*******
Ύστερα στη... νέα κανονικότητα της ασφάλτου. Τα συνηθισμένα δηλαδή: για να μπεις στο κέντρο της πόλης, πρέπει να βλαστημήσεις. Τις συνηθισμένες βλαστήμιες. Και να παίξεις το παιχνίδι των παράνομων παρακάμψεων. Το συνηθισμένο παιχνίδι...
- Ρε φίλε, λάθος πας, δεν πάει από ’δώ, θα σκοτωθούμε, μου φωνάζει ένας ταξιτζής πίσω από μια βρόμικη μάσκα.
Και πού ξέρεις ότι δεν πας εσύ ανάποδα; του λέω.
- Πάει στοίχημα; μου λέει.
- Πάει, του λέω: μια καινούργια μάσκα κι ένα απολυμαντικό.
Κατεβαίνουμε, πάμε στην αρχή του μικρού δρόμου, απαγορευτικό. Πάμε στο τέλος του δρόμου, άλλο απαγορευτικό. Σκάμε στα γέλια, δίνουμε τα χέρια με... τους αγκώνες και φεύγουμε με απόγνωση, ο καθένας στη δουλειά του. Παράνομοι και οι δυο...
Τι παράνομοι δηλαδή, νομιμότατοι. Διότι, αν κοιτάξεις πέρα απ’ τον φόβο της μόλυνσης, αν βγάλεις τη μάσκα, βλέπεις την παρανομία παντού. Εγκατεστημένη ως παγκόσμια πολιτική και οικονομική νομιμότητα από τους ηγέτες Δύσης και Ανατολής: «Περισσότερο από οτιδήποτε, η πανδημία ήρε το παραπέτασμα της ψευδαίσθησης πως οι ηγέτες που έχουν την εξουσία γνωρίζουν τι κάνουν» είπε προχθές ο Μπάρακ Ομπάμα σχολιάζοντας τη... «νέα κανονικότητα».
Όπως και να ’χει, αν αποφασίσεις να κατέβεις κέντρο, πρέπει να είσαι μυημένος στην παρανομία, διαφορετικά…
Διαφορετικά μπορείς να ξοδέψεις δύο και τρεις ολόκληρες... κορονοώρες για να πληρώσεις ένα λογαριασμό, να πούμε, σε κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας. Πάλι να πούμε...
*******
Τι να πούμε δηλαδή, που αυτό ακριβώς συνέβη. Και όχι μόνο αυτό. Πληρώνεις τον λογαριασμό, μένεις πανί με πανί και κατευθύνεσαι στο μηχάνημα να πάρεις κάνα ψιλό -χοντρά δεν υπάρχουν- να κινηθείς. Ουρά! Μια τεράστια ουρά με αποστάσεις και μάσκες εδώ -μόνο στις τράπεζες τηρείται η... νομιμότητα- και στο βάθος το μηχάνημα.
- Τι έγινε, ρε παιδιά, μήπως με εντολή Μητσοτάκη το μηχάνημα βγάζει δωροεπιταγές για αρνάκια... Νότιας Ζηλανδίας;
- Χα χα χα, έχει βλάβη…
- Και τι περιμένουμε;
Μπαίνω μέσα και πλησιάζω το τραπεζικό στέλεχος με τη μάσκα.
- Τι γίνεται με το μηχάνημα;
- Δυστυχώς, κύριε, έχει πέσει το κεντρικό δίκτυο και επηρεάζονται όλα τα υποκαταστήματα.
- Και τι κάνουμε τώρα;
- Προσπαθούμε να το διορθώσουμε, κύριε, περιμένετε…
Δεν περιμένω, φεύγω βλαστημώντας. Μέσα μου. Τις συνηθισμένες βλαστήμιες...
Το κακό είναι ότι η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Πάω να πάρω το αμάξι για να βγω απ' το κέντρο, να γλιτώσω, και βλέπω στο παρμπρίζ φαρδιά - πλατιά την κλήση. Και την εντεταλμένη αστυνομικίνα βλέπω να κόβει αβέρτα χαρτάκια και να τα κολλάει στο τζάμι.
- Πόσο πάει; της λέω.
Πιάνει τον προκλητικό υπαινιγμό και εκνευρίζεται:
- Είστε παράνομος, κύριε, κι εγώ κάνω τη δουλειά μου, σας έγραψα...
Κι εγώ τη δουλειά μου έκανα: Πήρα την κλήση, την... έσκισα όπως έκανα και στην παλιά... κανονικότητα και πάτησα γκάζι βλαστημώντας τον εφευρέτη αυτής της ξέφτιλης λέξης: άκου «κανονικότητα»...