Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Γιατί το σκάω απ’ το Παγκράτι

του Χρήστου Ξανθάκη

Φεύγω!
Όπως σας το λέω κι όπως με διαβάζετε, φεύγω απ’ το Παγκράτι και πάω αλλού. Για την ακρίβεια φεύγω από ένα πανέμορφο σπίτι κι ένα πανέμορφο σημείο και πάω σ’ ένα λιγότερο πανέμορφο σπίτι και λιγότερο πανέμορφο σημείο.
Μπας και γλυτώσω!
Κι επειδή τα βλέπω τα..
απορημένα βλέμματα (υπάρχει ειδικό απλικέσιο, μας το πέρασε στα κομπιούτερ ο Χατζής) θα εξηγηθώ κιόλας.
Το πρώτο έχει να κάνει με τη γειτνίαση της οικίας μου με το περίφημο Άλσος Παγκρατίου. Ένας δημόσιο χώρο μερικών δεκάδων στρεμμάτων, που υποφέρει απ’ όλες τις ασθένειες των δημόσιων χώρων.
Κοινώς, είναι ουρητήριο, χωματερή και τεκές!
Κι αν για τα δύο πρώτα δεν μπορεί κανείς να κάνει τίποτα (δοκιμάστε, το πόσα «άντε γαμήσου ρε μαλάκα» θ’ ακούσετε, δεν λέγεται…), για το τρίτο προσπάθησα να δω τι γίνεται με το αστυνομικό τμήμα Παγκρατίου.
Η απάντησή τους; «Πάρτε το 100»!
Κι όταν αγωνίστηκα να τους εξηγήσω ότι δεν θέλω συλλήψεις κι ότι τους παρακαλώ πολύ να στείλουν έναν αστυνομικό να πιεί το φρέντο του για πέντε λεπτά στην πολυκατοικία μας από κάτω, μπας και τον δουν οι ναρκέμποροι και το ξανασκεφτούν, η απάντησή τους ήταν «δεν γίνονται αυτά τα πράγματά κύριέ μου». Και μου δείξανε την πόρτα…
Η γειτνίαση λοιπόν με έναν ανοιχτό και όζοντα βόθρο, σαφώς τα σπάει τα νεύρα. Αλλά εκείνο που σε χαλάει περισσότερο, πολύ περισσότερο είναι η κακή παρέα. Αυτό που λένε οι Αμερικάνοι «μπαντ κόμπανυ» και ήταν και όνομα συγκροτήματος, όσοι και όσες τους θυμάστε επί ΠΑΣΟΚ θα παίρνατε σύνταξη!
Μην μακρηγορώ όμως. Αυτή η περιοχή του κάτω Παγκρατίου, που στις αρχές της περασμένης δεκαετίας ήταν ένα ειδυλλιακό καρτιέ, έχει μετατραπεί σε κάτι που μοιάζει με την Πλάκα εκεί στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα με αρχές δεκαετίας του ογδόντα. Σε ένα Κέντρο Διερχομένων δηλαδή, όπου οι Διερχόμενοι θεωρούν ότι ο χώρος του ανήκει να κάνουν ό,τι γουστάρουν, όποτε το γουστάρουν, όπως το γουστάρουν. Βλέπε, για παράδειγμα, τα μπαρ που έχουν ανοίξει σωρηδόν και ξερνάνε διαρκώς μεθυσμένους στις δύο, στις τρεις, στις τέσσερεις το πρωί. Ο Θεός να τους έχει καλά, δεν λέω, αλλά άμα ακούς τον κάθε γκαζμά να ουρλιάζει κάτω απ’ το μπαλκόνι σου πίττα απ’ τα μοχίτα εκεί γύρω στις δυόμιση, το βγάζεις το Λούγκερ. Με μεγάλη ευκολία…
Και φυσικά δεν τίθεται θέμα περιορισμού των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, γιατί είναι μνημονιακό μέτρο για τόνωση της οικονομίας, όποιος γουστάρει καταθέτει ένα κωλόχαρτο στο Δήμο και παίρνει άδεια λειτουργίας καταστήματος. Και τα κάνει όλα μπουρδέλο φυσικά, διότι και να πάρεις τηλέφωνο για διατάραξη τίποτα δεν θα βγάλεις. Τίποτα απολύτως και σας το λέω εγγυημένα και ελεγμένα.
Και δεν είναι μόνο τα μπαρ, είναι το airbnb. Άλλοι Διερχόμενοι από εκεί, που τη γράφουν τη γειτονιά και τους κατοίκους της στα παλαιότερα των υποδημάτων τους. Ως και αυτοσχέδια πάρτυ είχαμε όλο το καλοκαίρι από τα Αμερικανάκια στο Άλσος, όοου μαν βεκέσιονς, φάκινγ μπιαρ μαν κλπ. κλπ. Τ’ αμολάς ελεύθερα και τα γαμάνε όλα, γιατί όχι;
Στο καλό λοιπόν Παγκρατάκι, δεν θα μου λείψεις καθόλου. Θα χάσω δυστυχώς τους καταπληκτικούς φούρνους Κρι Κρι και Πνύκα, θα χάσω το αδιάνοητα κουκλίστικο κατάστημα δώρων Holly Wabbit, θα χάσω τη φίλη μου την Αμάντα στο pet shop, θα χάσω την Καφέ Αρκούδα με το Neuf, τα δύο νορμάλ μπαρ της περιοχής, θα χάσω το σούπερ μπακάλικο Κεράννυμι και το αξεπέραστο καφενείο του Λουκά, αλλά θα ξεφορτωθώ και ένα σωρό αηδίες απ’ την καμπούρα μου. Και γι’ αυτό κάνω το σταυρό μου.
Αντίο και δεν θα σας γράψω!
- το κείμενο του Χρ. Ξανθάκη είναι από το newpost