Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Η μπαλάντα της «Ελευθεροτυπίας»

Με αφορμή τη φημολογία για το μέλλον του Mega

Γράφει ο Χρήστος Ξανθάκης
  

Πάει αποστολή η φίλη και συνάδελφος Ντορίτα Λουκίσσα στην Ειδομένη, κάθεται τρεις μέρες, τα βλέπει όλα, γράφει ό,τι είναι να γράψει, επιστρέφει. Παρεάκι με τον σπουδαίο φωτογράφο Σπύρο Τσακίρη, που έβαλε φωτιά στον φακό. Όπως γυρνάνε κάνει κόνξες το αμάξι, το κοντρολάρει, nema problema που λένε και οι Σέρβοι. Μια μέρα αργότερα, το περασμένο Σάββατο, εκεί που οδηγάει στην Πανόρμου, της κόβονται τα φρένα. «Ω ρε μάνα μου φαντάσου να το παθαίναμε στην εθνική» κλπ. κλπ. Κανονίζει να την πάρει ο γερανός, να την πάει στο συνεργείο κι εγώ να την παραλάβω από εκεί. Στο συνεργείο της οδού Μίνωος, πλάι στο κτίριο της «Ελευθεροτυπίας».
Φτάνω πρώτος, περιμένω. Κι όπως περιμένω, διαολίζομαι και πάω μέχρι την πόρτα της παλιάς μας δουλειάς. Του παλιού μας του μαγαζιού. Σκόρπια φύλλα στο μουχλιασμένο πατάκι, κάτι.. 
φυλλάδια για ντελίβερι, δυο τρείς επιστολές για πιστωτικές κάρτες. Ένα γραμματοκιβώτιο, με κάτι περιοδικά χύμα. Διακρίνω τη «Ρήξη», έναν κατάλογο δημοπρασιών, δυο επαρχιακές εφημερίδες κι ένα κλαδικό έντυπο. Τζάμια σκονισμένα, μια βαριά κλειδαριά. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση, από τα εκατοντάδες άτομα που μπαινοβγαίναμε κάθε μέρα. Ούτε μια αναπνοή σκάρτη…

Το παλιό μας το μαγαζί. Κλειστό από τις 22 Δεκεμβρίου του 2011. Όταν πήρε απόφαση η γενική συνέλευση των εργαζομένων για κυλιόμενες διήμερες απεργίες, οι οποίες ανανεώνονταν αυτομάτως, έτσι από μόνες τους. Ξανάνοιξε, ως γνωστόν, τον Ιανουάριο του 2013 η «Ελευθεροτυπία», αλλά ήταν κουτσουρεμένη πια, δίχως προοπτικές και υποστήριξη, χώρια που είχαμε διασπαστεί σαν τα κομμουνιστικά κόμματα, οι μισοί εδώ και οι άλλοι μισοί στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Να χαλάμε τις καρδιές μας, για το ποιος είναι πιο οριτζινάλ από τον άλλον. Ένα θλιβερό αστείο, που λέμε και οι Βρετανοί.

Κλείσαμε για πολλούς και διάφορους λόγους. Φυσικά έφταιγε η παντελής ασχετοσύνη της ιδιοκτησίας με οποιουδήποτε είδους επιχειρηματική λογική. Αλλά αυτό, όπως πολλάκις έχουμε διαπιστώσει στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, δεν εμπόδισε άλλες επιχειρήσεις (Τύπου και όχι μόνο…) να συνεχίσουν τη λειτουργία τους άνευ σημαντικών προβλημάτων. Βεβαίως, έπαιξαν το ρόλο τους οι ακραίες λογικές βαρβάτων συνδικαλισταράδων που απαιτούσαν να μην μείνει «ούτε μια ώρα απλήρωτη» και να μην αποχωρήσει «ούτε ένας συνάδελφος». Λίγο καιρό αργότερα το κατάπιαν μια χαρίτσα αυτό το «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» και έκαναν τα κουμάντα τους ως εκεί που έφταναν τα πορτοφόλια τους.

Δεν μας έκλεισαν ωστόσο τα ανωτέρω. Εκείνο που μας έκλεισε ήταν ένα δάνειο 10 εκατομμυρίων ευρώ. Ένα δάνειο που εγκρίθηκε το καλοκαίρι του 2011 από μία εκ των «συστημικών» τραπεζών και όταν πήγε για τις τυπικές υπογραφές το βρήκε ο Χάρος στο φτερό. Έτσι στο ξαφνικό, έτσι στο απρόσμενο, πάνω εκεί που είχε δημιουργηθεί κλίμα συναίνεσης για να βρεθούν λύσεις στο συγκρότημα της «Ελευθεροτυπίας». Το συγκρότημα με τα λιγότερα δάνεια στον ελληνικό Τύπο. Λιγότερα από τα μισά, λιγότερα από το ένα τρίτο άλλων συγκροτημάτων, που συνέχισαν αρμονικά την πορεία τους ενώ εμείς βάλαμε λουκέτο. Γιατί οι τράπεζες δεν σταμάτησαν να τα εξυπηρετούν. Ενώ εμάς μας πέρασαν τη θηλιά στο λαιμό…

Ο λόγος; Σενάρια έχω ακούσει πολλά, αλλά δεν είμαι της εβδόμης τέχνης για να σας τα μεταφέρω. Εκείνο που σκέπτομαι εγώ είναι ότι σε εποχές άκρως μνημονιακές η «Ελευθεροτυπία» ήταν ένα πολύ ενοχλητικό καρφί στα πλευρά του συστήματος. Και όχι τόσο το ίδιο το φύλλο όσο η ιστοσελίδα του, το enet.gr, που χάλαγε κόσμο τότε και αποτελούσε βασική πηγή πληροφόρησης για όλο το αντιμνημονιακό μέτωπο. Αυτή η πηγή πληροφόρησης έχω την εντύπωση ότι έπρεπε να τη φάει το σκοτάδι. Όπως έφαγε και 850 εργαζόμενους της «Ελευθεροτυπίας», που ούτε αποζημίωση δεν πήραμε μετά από τόσα και τόσα χρόνια δουλειάς. Μόνο πέρυσι καταφέραμε να λάβουμε το επίδομα αφερεγγυότητας και υπήρχε κόσμος που με αυτά τα λεφτά (μη φαντασθείτε πενταψήφιο νούμερο…) έβγαλε όλη τη χρονιά.

Αυτά είχα να σας πω αγαπητοί αναγνώστες και αγαπητές αναγνώστριες για το παλιό μας το μαγαζί, αυτή ήταν η μπαλάντα της «Ελευθεροτυπίας». Έτσι αφήσαμε την τελευταία μας πνοή, έτσι κλείσαμε τα μάτια εμείς τα παλιόπαιδα τα ατίθασα. Από ξεροκεφαλιά, από βλακεία, αλλά και για ένα γαμώτο. Γι’ αυτό το τελευταίο, δεν θα σταματήσω ποτέ να είμαι υπερήφανος!

Υ.Γ.: Την αγάπη μου και την συμπαράστασή μου σε όλους τους εργαζόμενους και όλες τις εργαζόμενες του Μega. Δεν φταίνε αυτοί, δεν φταίνε αυτές αν κάποιος γλένταγε στην πλάτη τους.

- newpost.gr