Πέμπτη 15 Απριλίου 2010

Το ρεπορτάζ του τρόμου


του Κώστα Γιαννακίδη (από το http://www.protagon.gr )

Διαβάζω τη λίστα με τα βραβεία Πούλιτζερ για το 2010. Και προσπαθώ να αντιστοιχίσω επάνω τους ελληνικές δημοσιογραφικές ιστορίες, όπως κάνουν τα αγόρια που ταιριάζουν φωτογραφίες ποδοσφαιριστών με πλαίσια σε άλμπουμ. Πουθενά δεν μπορώ να βρω το μέτρο, ακόμα και η προσπάθεια σύγκρισης δείχνει γελοία, εν τέλει και η ίδια η σκέψη μου φαίνεται βλάσφημη. Δεν χρειάζεται να βουτήξεις τη γλώσσα στο μυαλό πριν πεις ότι η αμερικανική δημοσιογραφία είναι καλύτερη από την ελληνική. Γενικά θα ήταν παράλογο να πεις ότι η ελληνική δημοσιογραφική παραγωγή μπορεί να υψώσει ανάστημα απέναντι στη δυτική. Συμβαίνει παντού:.... στον κινηματογράφο, στις τέχνες, γιατί να αποτελεί εξαίρεση η δημοσιογραφία; Εν μέρει είναι και λογικό. Η γενιά που τρέχει τώρα τα εγχώρια δημοσιογραφικά πράγματα είναι απαίδευτη, δεν έχει εξειδικευθεί στο επάγγελμα. Δεν φταίει αυτή. Οταν ξεκινούσαμε τη δημοσιογραφία δεν υπήρχαν ειδικές σχολές πανεπιστημιακού επίπεδου. Πρέπει να ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 όταν δημιουργήθηκε η πρώτη σχολή και η κ. Α. Παναγιωταρέα ανέλαβε να μεταλαμπαδεύσει γνώση και εμπειρία στις νεότερες γενιές των συναδέλφων μας. Εμείς, οι λίγο παλαιότεροι, δεν είχαμε την ίδια τύχη. Φλυαρώ ασκόπως, αλλά όλα αυτά χορηγούν άλλοθι για τις παθογένειες του επαγγέλματος, τα μικρά και τα μεγάλα εγκλήματα που διαπράττουμε όταν, οπλισμένοι με έπαρση και πιεσμένοι από τον ανταγωνισμό, αδυνατούμε να κάνουμε καλά ακόμα και τα στοιχειώδη, δηλαδή τη δουλειά μας.

Προς τι όλα αυτά; Χαζεύω, όπως και εσείς, τα ρεπορτάζ σχετικά με τις συλλήψεις των ανθρώπων που φέρονται, από τις αρχές, ως μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης. Ασφαλώς το ρεπορτάζ δεν τηρεί ούτε τα προσχήματα: δεν φέρονται ως τρομοκράτες, είναι τρομοκράτες. Μεταξύ μας, κατά πάσα πιθανότητα είναι τρομοκράτες. Μόνο που η δημοσιογραφία δεν πρέπει να απλουστεύει καταργώντας τα προσχήματα. Τα τηρεί προκειμένου να υπερασπιστεί ένα καλύτερο επίπεδο δημοσίου λόγου. Δυστυχώς ούτε εγώ δικαιούμαι δια να ομιλώ. Μπορώ, όμως, να απορώ όταν ακούω και βλέπω συναδέλφους μου να παρουσιάζουν ως γεγονός την εκδοχή της αστυνομίας. Περιγράφουν κινήσεις, δίνουν στοιχεία, διηγούνται καταστάσεις λες και αποτελεί αντικείμενο δικής τους παρατήρησης και όχι ημιεπίσημη διαρροή από την αστυνομία. Μήπως θεωρούν το «κατά την αστυνομία» ευκόλως εννοούμενο; Πιθανότατα. Είναι και το άλλο. Αν για κάθε σου φράση παραπέμπεις στην αστυνομία, τότε αδυνατίζεις και το ρόλο σου στο ρεπορτάζ-τι κάνεις; Απλώς μεταφέρεις όσα σου λένε; Αυτό κάνεις, αλλά δεν είναι κομψό να το επαναλαμβάνεις δημοσίως. Και τέλος το χειρότερο: αν δεν πεις αυτά που θέλει η αστυνομία και το αρμόδιο υπουργείο θα χάσεις τις πηγές σου, στη συνέχεια θα χάσεις και τη δουλειά σου. Μερικές φορές μπερδεύομαι: είναι ο συντάκτης που θέλει να γίνει αστυνομικός ή ο αστυνομικός που είπε να παραστήσει τον δημοσιογράφο;

Λίγο ως πολύ συμβαίνει σε κάθε τομέα του ρεπορτάζ. Φταίνε οι δημοσιογράφοι; Ναι, αλλά όχι μόνο αυτοί. Είναι που η χώρα τούτη λειτουργεί ως χωριό όπου όλοι γνωρίζονται, αναπτύσσουν σχέσεις, στο τέλος ταυτίζονται. Ο πολιτικός συντάκτης γίνεται φίλος και κουμπάρος με τον πολιτικό, τσιμπούν μαζί κάτι από τα λάφυρα της επιρροής τους. Ο αστυνομικός συντάκτης πρέπει να διατηρεί καλές σχέσεις με την αστυνομία και να κάνει, αν είναι απαραίτητο, κουμπαριές με αξιωματικούς. Ο συντάκτης υπουργείου καλείται να έχει άριστη σχέση με τον υπουργό, αλλιώς θα του κλείσουν την πόρτα. Από ένα σημείο και μετά, όμως, είναι ο υπουργός που υποχρεούται σε καλή σχέση με τους «πρυτάνεις» του ρεπορτάζ. Οπως και να έχει, ο δημοσιογράφος γίνεται εταίρος σε μία ανήθικη συναλλαγή. Ακόμα και αν δεν ευθύνεται για τις συνθήκες που βρήκε, φταίει επειδή τις συντηρεί και τις ανέχεται.

Ναι, το ξέρω πως θα συμφωνήσουμε όλοι στο γνωστό κλισέ για την κοινωνία που έχει τους δημοσιογράφους που της αξίζουν. Μόνο που αν άλλαζαν οι δημοσιογράφοι ίσως η κοινωνία να γινόταν ελαφρώς καλύτερη. Τι διάολο, όλα τα ξέρουμε, αυτό πως μας ξέφυγε;